2016_04_07 Πενθέκτη Οἰκ. Σύνοδος

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | Εκπαίδευση | Ἐπιμορφωτικά Σεμινάρια | 2016_04_07 Πενθέκτη Οἰκ. Σύνοδος

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ:
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΑΙ

 ΘΕΜΑ:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
ΤΗΣ ΠΕΝΘΕΚΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 

Σεβασμιώτατε πατέρα και ποιμενάρχα μας Μητροπολίτη Ιωαννίνων κ.κ. Μάξιμε, σεβαστέ μου καθηγητή πατέρα Γρηγόριε Παπαθωμά, αγαπητοί πατέρες.

 Ανάμεσα στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας υπάρχει μία, η οποία είναι αρκετά ιδιαίτερη. Η ιδιαιτερότητά της αυτή γίνεται φανερή τόσο από την ονομασία της -που αποτελεί νεολογισμό- “Πενθέκτη”, όσο και από το γεγονός ότι δεν απέκτησε ξεχωριστή αρίθμηση ως Οικουμενική Σύνοδος. Το γεγονός οφείλεται στο ότι η Σύνοδος αυτή δε συγκλήθηκε, για να αντιμετωπίσει κάποια αιρετική διδασκαλία και να ορθοτομήσει το λόγο της αληθείας διατυπώνοντας δογματικό όρο. Αντίθετα συγκλήθηκε, για να ολοκληρώσει το έργο των δύο προγενέστερων Οικουμενικών Συνόδων, της Πέμπτης και της Έκτης.

    1.  Το ιστορικό της σύγκλησης

Ας περάσουμε, όμως, στο ιστορικό της σύγκλησης θέτοντας το πλαίσιο της εποχής. Τον 7ο αιώνα εμφανίζονται μεγάλες δυσκολίες στην Αυτοκρατορία από εισβολές Σλάβων και Περσών, από την άνοδο του Ισλάμ και την εξάπλωση των Αράβων, οι οποίοι μάλιστα πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη το 674-678[1]. Επίσης, η εποχή χαρακτηρίζεται από βιαιότητα των ηθών και αυξανόμενη βαρβαρότητα σε όλους τους τομείς[2]. Ακόμα, o αείμνηστος καθηγητής Σταυρίδης παρατηρεί ότι εμφανίζονται μη ευχάριστες καταστάσεις στον ηθικό βίο των χριστιανών, επιδράσεις των εθνικών και ιουδαϊκών ηθών και εθίμων και διαφοροποιήσεις εξωτερικού χαρακτήρα μεταξύ των δύο τμημάτων του χριστιανισμού, της Ανατολής και της Δύσης[3].

Αξίζει να θυμηθούμε  επιπλέον και το έργο των δύο προγενέστερων Οικουμενικών Συνόδων, της Πέμπτης και της Έκτης, των οποία αποτελεί συνέχεια, κάνοντας μια σύντομη αναφορά. Η Ε΄ που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 553, διευκρίνισε και ανέλυσε τη διδασκαλία της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, καταδίκασε τον Ωριγένη, τα “Τρία Κεφάλαια”, δηλαδή το πρόσωπο και τις δοξασίες του Θεοδώρου Μουψουεστίας και τις δοξασίες των Ίβα Εδέσσης και Θεοδωρήτου Κύρου, ενώ παράλληλα καταδίκασε και άλλους αιρετικούς[4]. Η Στ΄ συνήλθε και αυτή στην Κωνσταντινούπολη το 680-681, καταδίκασε το μονοθελητισμό και διατράνωσε το Χριστολογικό δόγμα με τον Όρο της. Αυτές οι δύο Σύνοδοι δε συνέταξαν Κανόνες, όπως είχαν πράξει οι προγενέστερες Πρώτη, Δεύτερη, Τρίτη και Τέταρτη. Μάλιστα εξ αυτού του γεγονότος βάλλονταν το κύρος και η αυθεντία των, ιδίως της Στ’ από τους μονοθελητές αιρετικούς[5]. Επιπλέον η Εκκλησία είχε να διατυπώσει συνοδικά Κανόνες από την Δ΄ Οικουμενική, το 451, δηλαδή επί σχεδόν δυόμιση αιώνες. Ως εκ τούτου υπήρχαν πολλά ανοικτά θέματα που απασχολούσαν το σώμα της Εκκλησίας και που επιζητούσαν επίλυση και ορθή αντιμετώπιση με το κανονικό κύρος μιας Οικουμενικής Συνόδου. Ας σημειωθεί ότι μέχρι την Πενθέκτη οι Κανόνες που έχουν Οικουμενικό κύρος προέρχονται μόνο από τις 4 πρώτες Οικουμενικές Συνόδους και είναι μόλις 65 (20+7+8+30) από τους συνολικά 770 του Corpus Canonum της Εκκλησίας.

Πραγματικά, η σύγκληση μιας Συνόδου φαίνονταν επιβεβλημένη και έτσι δέκα χρόνια μετά την Έκτη Οικουμενική Σύνοδο, το 691, συνήλθε στην αίθουσα του Τρούλου στο Βασιλικό ανάκτορο (παλάτι) της Κωνσταντινούπολης, στον τόπο, δηλαδή, όπου έλαβε χώρα η τελευταία συνεδρίαση της προηγούμενης Οικουμενικής Συνόδου, της οποίας η Πενθέκτη αποτελεί συνέχεια και ολοκλήρωση. Οι ερευνητές δεν μπορούν να συγκλίνουν ακριβώς στις ημερομηνίες έναρξης και λήξης της Συνόδου[6], καθώς οι πηγές παρουσιάζουν απόκλιση η μια από την άλλη· πιθανώς, όμως, η έναρξη τοποθετείται στα τέλη του 691 και η ολοκλήρωση μετά την 1η Σεπτεμβρίου του 692[7].

Τη Σύνοδο συγκάλεσε ο γιος και διάδοχος του Κωνσταντίνου του Δ΄ του Πωγωνάτου Ιουστινιανός  Β΄ ο Ρινότμητος, συνεχίζοντας το έργο του πατέρα του που είχε συγκαλέσει την Στ΄ Οικουμενική. Ο Ιουστινιανός μάλιστα είχε συγκαλέσει νωρίτερα, το 686, μεγάλη Διάσκεψη Επισκόπων, η οποία αφού μελέτησε και ήλεγξε τα πρακτικά της Στ΄ Οκουμενικής, τα σφράγισε και τα διασφάλισε, ώστε να αποκλειστεί κάθε απόπειρα νόθευσης και αλλοίωσής τους[8]. Ο καθηγητής Γιαννόπουλος θεωρεί ταπεινά τα κίνητρα του Αυτοκράτορα που τον οδήγησαν στην ενασχόληση με τα εκκλησιαστικά πράγματα, καθώς γράφει πως «ο Ιουστινιανός ο Β΄ (685-695, 705-711) φαίνεται πως ζήλευσε τη δόξα και τη συναρίθμηση στους Αγίους του Ιουστινιανού Α΄ του Μεγάλου (για όσα εκείνος είχε πράξει υπέρ της Εκκλησίας με κορυφαίο γεγονός τη σύγκληση της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου το 553), γι’ αυτό και θέλησε να τον μιμηθεί στην επίδειξη εμπράκτου ενδιαφέροντος για την περιφρούρηση της δογματικής και της κανονικής “ακρίβειας”[9].

Ασφαλείς ιστορικά πληροφορίες για τη Σύνοδο θα βρίσκαμε στα πρακτικά των συνεδριάσεών της, αν και δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι κρατήθηκαν ή δεν κρατήθηκαν· ωστόσο αυτά, αν ποτέ υπήρξαν, δε σώζονται[10]. Εξ αυτού του γεγονότος προκύπτουν πολλές ιστορικές ασάφειες και ως εκ τούτου διατυπώνονται από την έρευνα διάφορες υποθέσεις και αντιθετικές προσεγγίσεις που αντικατοπτρίζονται στη βιβλιογραφία περί της Συνόδου. Πολλές φορές φτάνει κανείς να συλλογίζεται για το τι τελικά είναι υπόθεση και τι αλήθεια. Τα μόνα επίσημα κείμενα της Συνόδου που σώζονται, πέραν των κανόνων, είναι: α) ο προσφωνητικός λόγος των Πατέρων προς τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό το Β΄ που προφανώς αποτελεί αντιφώνηση στον Αυτοκρατορικό λόγο, ο οποίος δε σώζεται, αναφορά όμως σε αυτόν βρίσκεται στον 3ο κανόνα της Συνόδου[11], και β) ο κατάλογος των Πατέρων που έλαβαν μέρος στις εργασίες της Συνόδου. Από αυτά τα κείμενα όσο και από τους ίδιους τους κανόνες αντλούμε χρήσιμες ιστορικές πληροφορίες.

Έτσι, ο προσφωνητικός λόγος της Συνόδου μάς διασώζει ότι αυτή συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από αυτοκρατορικό διάταγμα: «ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος, ἡ κατὰ θεῖον νεῦμα καὶ θέσπισμα τοῦ εὐσεβεστάτου ἡμῶν κράτους συναθροισθεῖσα κατὰ ταύτην τὴν θεοφύλακτον καὶ βασιλίδα πόλιν»[12]. Ανάλογες αναφορές υπάρχουν και σε άλλα σημεία του λόγου[13]. Μάλιστα αναφέρεται και ο κύριος λόγος σύγκλησης: «ἐπειδὴ δὲ αἱ ἅγιαι καὶ οἰκουμενικαὶ δύο σύνοδοι, αἱ κατὰ ταῦτην τὴν βασιλίδα και θεοφύλακτον πόλιν συναθροισθεῖσαι, ἡ μὲν ἐπὶ τῶν χρόνων Ἰουστινιανοῦ τοῦ τῆς θείας λήξεως, ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ ἐν εὐσεβεῖ τῇ μνήμῃ γενομένου ἡμῶν βασιλέως Κωνσταντίνου, τοῦ πατρὸς τῆς σῆς ἡμερότητος, τὸ περὶ τῆς πίστεως πατρικῶς διατρανώσασαι μυστήριον, οὐδαμῶς ἱεροὺς κανόνας ἐνέγραψαν καθάπερ αἱ λοιπαὶ ἅγιαι τέσσαρες οἰκουμενικαὶ σύνοδοι»[14]. Εξ αυτού του γεγονότος και ως αποτέλεσμα του έργου του “ανθρωποκτόνου διαβόλου”[15] επήλθε εν τέλει πτώση στο χριστιανικό βίο με την εισαγωγή μάλιστα ιουδαϊκών και εθνικών εθίμων,  και συνεπώς ο λαός του Θεού χρειάζονταν εξύψωση. Αυτήν επαγγέλλεται η Πενθέκτη Οικουμενική: «τὸ ἔθνος τὸ ἅγιον, τὸ βασίλειον ἱεράτευμα, ὑπὲρ οὗ Χριστὸς ἀπέθανεν, ὑπὸ πολλῶν ἐξ ἀταξίας παθῶν διασπώμενον καὶ ὑποσυρόμενον, καὶ κατὰ μικρὸν τῆς θείας μάνδρας ἀποῤῥαγέν, καὶ διατμηθέν, καὶ τῇ ἀγνοίᾳ καὶ λήθη τῶν τῆς ἀρετῆς κατορθωμάτων ἀπολισθῆσαν, καί, ἀποστολικῶς εἰπεῖν, τὸν Ὑἱόν τοῦ Θεοῦ καταπατῆσαν, καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης, ἐν ᾧ ἡγιάσθη, κοινὸν ἡγησάμενον, τήν τοῦ Πνεύματος ὕβρισε χάριν· τοῦτο λίαν, ὡς περιούσιον λαόν, ἐπισυναγαγεῖν βουληθείς, μιμήσει τοῦ τὸ πλανώμενον πρόβατον ἐπὶ τὸ ὄρος ἐπιζητοῦντος, Χριστοῦ, καὶ τῇ αὐτοῦ ἀποκαταστῆσαι αὐλῇ, καὶ πεῖσαι φυλάττειν τάς ἐντολάς τε καὶ τὰ θεῖα προστάγματα, δι· ὧν, τῶν νεκρῶν ἀποχωροῦντες ἔργων, ζωοποιούμεθα· πᾶσάν τε περινοήσας σωτηρίας διάσκεψιν, καὶ Θεὸν ἐκζητήσας, κατὰ τὸ φάσκον ῥητόν, οἱ ζητοῦντες τὸν Κύριον εὑρήσουσι γνῶσιν μετὰ δικαιοσύνης· οἱ δὲ ὀρθῶς ζητοῦντες αὐτὸν εὑρήσουσιν εἰρήνην· τὴν ἁγίαν ταύτην καὶ θεόλεκτον οἰκουμενικὴν ἀθροισθῆναι σύνοδον ὥρισας»[16].

  1.  Προεδρία, Μέλη και λειτουργία της Συνόδου

Την προεδρία της Συνόδου, όπως φαίνεται, δεν άσκησε ο Αυτοκράτορας, ο οποίος παρέστη σίγουρα στην καταληκτική συνεδρία[17], υπογράφοντας πρώτος τις αποφάσεις, καθώς ο Ιουστινιανός ο Β΄ δεν ανακατεύονταν στα εσωτερικά εκκλησιαστικά και θεολογικά πράγματα, αλλά περιορίζονταν στη μέριμνα και ευθύνη αφενός για την ύπαρξη ειρήνης στους κόλπους της Εκκλησίας και αφετέρου για την εκτέλεση από τους υπηκόους του του θελήματος του Θεού[18].

Ως πρόεδρος της Συνόδου παρουσιάζεται ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Παύλος ο Γ΄. Σε αυτήν έλαβαν μέρος 43 Επίσκοποι που είχαν συμμετάσχει και στην έκτη Οικουμενική[19]. Συνολικά υπέγραψαν τις αποφάσεις της 220 Πατέρες[20], χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε αν κάποιοι συνυπέγραψαν εκ των υστέρων. Εξ αυτών 183 ήταν της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, 10 από το Ανατολικό Ιλλυρικό που τότε υπάγονταν στον Ρώμης[21], 1 (ο πατριάρχης) από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, 24 από το Αντιοχείας και 2 από το Ιεροσολύμων[22]. Για κάποιους ερευνητές την εποχή σύγκλησης της Συνόδου οι πατριαρχικοί θρόνοι της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και των Ιεροσολύμων βρίσκονταν σε χηρεία, ωστόσο οι θρόνοι αυτοί εκπροσωπήθηκαν κανονικά[23].

Ο παπικός θρόνος, κατά τον καθηγητή Φειδά, δεν προσκλήθηκε επίσημα, ούτε εκπροσωπήθηκε στη σύνοδο, συμμετείχαν όμως σε αυτή Επίσκοποι του Ανατολικού Ιλλυρικού που υπάγονταν την εποχή εκείνη στη Ρώμη[24]. Δυστυχώς δε σώζεται το αυτοκρατορικό διάταγμα (σάκρα) σύγκλησης της Συνόδου που θα μας επέτρεπε να γνωρίζουμε σε ποιους απευθύνθηκε και ποιο ήταν το περιεχόμενό της. Το γεγονός της άποψης ότι η Εκκλησία της Ρώμης δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στη Σύνοδο, μαζί με άλλους λόγους που θα αναφέρουμε στη συνέχεια, οδήγησαν στο να μην συνυπογράψει την εποχή εκείνη τις αποφάσεις της ο πάπας και ως εκ τούτου να δημιουργηθούν προβλήματα στην αναγνώριση της Συνόδου από τη Δύση.

Παρά το γεγονός αυτό, οι ίδιοι οι Πατέρες της Πενθέκτης έχουν αυτοσυνειδησία ότι η Σύνοδος, στην οποία μετέχουν, είναι νέα “Οικουμενική”, γι’ αυτό και αυτοαποκαλείται ως τέτοια a priori στον προσφωνητικό λόγο «ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος»[25] και «ἁγία καὶ θεόλεκτος οἰκουμενικὴ σύνοδος»[26]. Επιπλέον αυτοαποκαλείται στους ίδιους τους ιερούς της κανόνες «ἁγία σύνοδος»[27]. Βέβαια ακόμα και αν υπάρχει η περίπτωση να μην κλήθηκε ο θρόνος της Ρώμης, αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα κριτήριο, για να βάλλεται η Οικουμενικότητά της, καθώς το ίδιο συνέβη και στη Β΄ και Ε΄ Οικουμενικές. Άλλωστε καθοριστικό κριτήριο δεν είναι άλλο από τη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας.

Δυστυχώς, λόγω της έλλειψης πρακτικών, δεν έχουμε πληροφορίες για τις συνεδριάσεις της Συνόδου και τον τρόπο λειτουργίας της[28]. Το μόνο, το οποίο γνωρίζουμε με ασφάλεια, είναι ότι οι εργασίες της διήρκησαν περίπου ένα χρόνο.

  1. Το έργο της Συνόδου

Το έργο της Πενθέκτης Συνόδου, ως γνωστόν, δεν ήταν με την στενή σημασία του όρου θεολογικό, δογματικό. Δεν κλήθηκε να αντιμετωπίσει αιρέσεις και αιρετικούς, ούτε για  να διατυπώσει δογματικούς όρους. Αυτό το έργο το έπραξαν ήδη η Πέμπτη και η Έκτη Οικουμενικές Σύνοδοι, των οποίων αποτελεί συμπλήρωμα[29], ολοκήρωση ή ας μας επιτραπεί η αντινομία “αυτοτελή και αυθύπαρκτη συνέχεια”. Στις πηγές αναφέρεται κυρίως ως Έκτη. Μάλιστα ως Έκτη αποκαλείται από την 7η Οικουμενική[30].  Τον 12ο αιώνα ο ερμηνευτής  κανονολόγος Πατριάρχης Αντιοχείας Βαλσαμών την αποκαλεί για πρώτη φορά Πενθέκτη, καθώς «ἀνεπλήρωσε γὰρ τὸ ὑστέρημα τῆς τε πέμπτης, καὶ τῆς ἕκτης συνόδου»[31], όπως σημειώνει. Δεν γνωρίζουμε αν ο όρος είναι δική του δημιουργία ή αν απλά κατέγραψε μια ήδη υπάρχουσα παράδοση.

Η Πενθέκτη συνέταξε μόνο κανόνες, τους περισσότερους από κάθε άλλη Οικουμενική Σύνοδο, 102 τον αριθμό. Παράλληλα θεώρησε και επικύρωσε 581 Κανόνες: α) των Αγίων Αποστόλων (85), β) τοπικών Συνόδων (301) και γ) Πατέρων (174). Συνολικά από τους 770 Κανόνες τις Εκκλησίας μας η Πενθέκτη συνέταξε 102 και επικύρωσε 560 [85 (Αγίων Αποστόλων ) + 301 (Τοπικών Συνόδων) + 174 (Αγίων Πατέρων)]. Εν κατακλείδι το Κανονικό έργο της Συνόδου ανέρχεται σε 662 Κανόνες.

Τεράστιο σε έκταση το κανονικό έργο της Πενθέκτης, τεράστιο είναι και το βάθος του, όπως θα δούμε, και καθοριστικής σημασίας για τη ζωή και την κατά Θεόν πρόοδο του σώματος της Εκκλησίας. Λέγεται χαρακτηριστικά -και είναι πραγματικότητα- πως οι 102 κανόνες της Συνόδου δεν άφησαν ανέγγιχτη σχεδόν καμιά πτυχή της εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής[32].

Ας περάσουμε να δούμε εν ολίγοις ποιο ήταν αυτό το έργο, χωρίς βέβαια να μπορούμε να εξαντλήσουμε το θέμα στα πλαίσια μιας παρουσίασης. Στην προσπάθεια αυτή θα μας βοηθήσει ο σημαντικός κανονολόγος πρώην Μητροπολίτης Σουηδίας[33] Παύλος Μενεβίσογλου, ο οποίος κατατάσσει και ταξινομεί τους 102 Κανόνες της Πενθέκτης με βάση το περιεχόμενό τους σε εκείνους που αναφέρονται σε θέματα:

Α) δογματικά (Κανόνες 1, 79, 81, 82, 84, 102),

Β) εκκλησιαστικής οργάνωσης (Κανόνες 36, 39),

Γ) εκκλησιαστικής διοίκησης  (Κανόνες 2, 8, 37, 38),

Δ) εκκλησιαστικής ευταξίας (Κανόνες 3, 4, 5, 6, 7, 9, 10, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 30, 33, 34, 63, 64, 68, 76, 80, 88, 97),

Ε) προσέλευσης και επιστροφής  στην Ορθόδοξη Εκκλησία (Κανόνας 95),

ΣΤ) εκκλησιαστικής περιουσίας (Κανόνας 35),

Ζ) θείας λατρείας και λειτουργικής (Κανόνες 28, 29, 31, 32, 52, 55, 56, 57, 58, 59, 66, 67, 69, 70, 73, 74, 75, 78, 83, 89, 90, 99, 101),

Η) μοναχικού βίου (Κανόνες 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49),

Θ) χριστιανικού βίου (Κανόνες 50, 51, 60, 61, 62, 65, 71, 77, 85, 86, 91, 92, 93, 94, 96, 100),

Ι) γαμικού δικαίου (Κανόνες 53, 54, 72, 87, 98), και

ΙΑ) επικοινωνίας με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους (Κανόνας 11)[34].

Βέβαια θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτή η ομαδοποίηση γίνεται μόνο για ερευνητικούς λόγους και είναι εν πολλοίς ατελής, γιατί πρέπει να αποδεχθούμε ότι ένας Κανόνας συνήθως δεν είναι μονοσήμαντος αλλά πολυσήμαντος[35].

  1. Η αποδοχή της Συνόδου

Η Σύνοδος έγινε δεκτή ως Οικουμενική από τη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας στην Ανατολή ανεπιφύλακτα. Αντίθετα στη Δύση συνάντησε δυσκολίες, καθώς ο πάπας Σέργιος αρνήθηκε να υπογράψει τις αποφάσεις της Συνόδου, μιας και κάποιες από αυτές έρχονταν σε αντίθεση με την πράξη στη Δυτική Εκκλησία, εφόσον μάλιστα έθιγαν και το πρωτείο του Ρώμης (κανόνες 2, 13, 36, 55)[36]. Διατυπώνεται και η θέση ότι ο Αυτοκράτορας επιχείρησε δια της βίας να αποσπάσει την υπογραφή του Πάπα Σεργίου. Άλλοι Πάπες, στη συνέχεια, αποδέχθηκαν τους κανόνες με επιφυλάξεις[37].

Ας σημειωθεί, βέβαια, ότι στη Σύνοδο μετείχαν Επίσκοποι της δικαιοδοσίας του Ρώμης και συνυπέγραψαν τις αποφάσεις της. Μάλιστα  υπογράφουν ο Μητροπολίτης Γορτύνης Βασίλειος ως «τόπον επέχοντος πάσης της συνόδου της αγίας Εκκλησίας Ρώμης». Όμως υπάρχει διάσταση απόψεων όχι μόνο μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων Θεολόγων αλλά και μεταξύ των ιδίων Ορθοδόξων αναφορικά με το αν υπήρξε κανονική εκπροσώπηση του θρόνου της Ρώμης στη Σύνοδο ή όχι ή αν ο Βασίλειος υπέγραψε αυθαιρέτως[38].

Οι αντιρρήσεις της Ρώμης εδράζονται στο ότι :

Α) στο 2ο Κανόνα της Πενθέκτης δεν αναγνωρίζονται Κανόνες τοπικών Συνόδων ή Πατέρων της Δύσης [πέραν της Συνόδου της Καρχηδόνας –αν τη θεωρήσουμε ως Δυτική- και της Σαρδικής (Σόφια)] και στο ότι η Ρώμη αποδέχονταν μόνο 50 από τους 85 Κανόνες των Αγίων Αποστόλων που επικύρωσε ο ίδιος Κανόνας,

Β) ορισμένοι Κανόνες έρχονταν σε αντίθεση με την πρακτική στην Εκκλησία Ρώμης, όπως η έμμεση καταδίκη της υποχρεωτικής αγαμίας των κληρικών[39], η νηστεία του Σαββάτου και άλλα,

Γ) επικυρώθηκε με τον 36ο Κανόνα ο 28ος της Τετάρτης Οικουμενικής, με τον οποίο δίδονταν ίσα πρεσβεία τιμής στο θρόνο της Νέας Ρώμης, της Κωνσταντινούπολης, με εκείνα της Παλαιάς Ρώμης[40].

Η πολεμική ενάντια στην Πενθέκτη[41] εντάθηκε από τον 17ο αιώνα και μετά. Μάλιστα σε διάφορα Ρωμαιοκαθολικά έργα αναφέρεται η Σύνοδος συνήθως με την ουδέτερη ονομασία “εν Τρούλλω”[42] και με την προειδοποίηση για τον αναγνώστη ότι δεν είναι Οικουμενική Σύνοδος, ο δε Mansi αναφέρει αυτή ως ψευδο-έκτη[43]. Όπως διαπιστώνει ο καθηγητής Γκαβαρδίνας, τα τελευταία χρόνια υπάρχει αλλαγή πλεύσης προς επιεικέστερη προσέγγιση της Συνόδου[44] που όμως δε φτάνει στο επίπεδο της επίσημης αναγνώρισης[45]. Εμμέσως, βέβαια, αναγνωρίζεται, καθώς οι Ιεροί Κανόνες της αναγνωρίζονται και συναριθμούνται ως βάση του “Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Εκκλησιών”, δηλαδή του Κώδικα για τις Ουνίτικες Εκκλησίες[46].

Είναι βέβαια απορίας άξιο πώς υπάρχει ζήτημα αναγνώρισης της Συνόδου στη Δύση από την ώρα και τη στιγμή που η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, το 787, στην οποία έλαβαν μέρος παπικοί εκπρόσωποι, με τον 1ο της Κανόνα επικύρωσε  το Κανονικό έργο των έξι Οικουμενικών Συνόδων και συνεπώς και της Πενθέκτης (η Πέμπτη και η Έκτη, όπως γνωρίζουμε, δεν εξέδωσαν κανόνες, γι’ αυτό και συγκλήθηκε η Πενθέκτη που θεωρείται ως “κανονικό συμπλήρωμα” αυτών)[47]. Επίσης, απορίας άξιο είναι πως οι Κανόνες της Πενθέκτης χρησιμοποιήθηκαν στις εργασίες της Ζ΄ Συνόδου και μάλιστα πώς ελήφθησαν υπόψη στη διατύπωση των Κανόνων, χωρίς οι εκπρόσωποι του Ρώμης να εκφράσουν αντιρρήσεις και χωρίς να τη χαρακτηρίσουν ως ληστρική[48].

  1. Κάποιοι από τους Κανόνες

Ας περάσουμε όμως να δούμε κάποιους από τους Κανόνες της Πενθέκτης, ώστε να κατανοήσουμε το έργο, την αξία αυτής της Συνόδου και το ρόλο που παίζει στη ζωή της Εκκλησίας. Δεν θα αναφερθούμε στον πολύ σημαντικό 102ο Κανόνα, τον οποίο παρουσιάσαμε στο επιμορφωτικό σεμινάριο της εξομολογητικής αλλά σε κάποιους άλλους.

Ο πρώτος κανόνας της Πενθέκτης, ο οποίος είναι αρκετά εκτενής, έχει τεράστια θεολογική σημασία, αφού θεωρεί και διασφαλίζει την διατυπωθείσα πίστη και διδασκαλία των έξι Οικουμενικών Συνόδων. Αυτό το πράττει με ωραίο θεολογικό τρόπο, καθώς οι κανόνες θεολογούν, δεν είναι απλά στεγνοί νόμοι και νομοθετήματα της Εκκλησίας, αλλά αποτέλεσμα αγιοΠνευματικού φωτισμού. Ο Κανόνας ξεκινά ως εξής «τάξις ἀρίστη, παντὸς ἀρχομένου καὶ λόγου καὶ πράγματος, ἐκ Θεοῦ τε ἄρχεσθαι, καὶ εἰς Θεόν ἀναπαύεσθαι, κατὰ τὴν θεολόγον φωνήν. Ὅθεν, καὶ τῆς εὐσεβείας ὑφ” ἠμῶν ἤδη διαπρυσίως κηρυττομένης, καὶ τῆς ἐκκλησίας, ἐφ’ ᾗ Χριστὸς τεθεμελίωται, διηνεκῶς αὐξανούσης καὶ προκοπτούσης, ὡς τῶν τοῦ Λιβάνου κέδρων ταύτην ὑπερεκτείνεσθαι· καὶ νῦν ἀρχὴν τῶν ἱερῶν ποιούμενοι λόγων χάριτι θείᾳ, ὁρίζομεν, ἀκαινοτόμητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον φυλάττειν τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν πίστιν…». Ορίζει λοιπόν «ἀκαινοτόμητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον φυλάττειν τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν πίστιν»· πρέπει να διαφυλάσσεται η πίστη απαράλλακτη και ακαινοτόμιτη, όπως ακριβώς μας την παρέδωσαν οι Θείοι Απόστολοι και οι Οικουμενικές Σύνοδοι, ώστε «τὴν πίστιν κρατεῖν βεβαίαν, καὶ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀσάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν, καὶ τὰ αὐτῶν θεοπαράδοτα συγγράμματά τε καὶ δόγματα». Ο Κανόνας καταλήγει πως όποιος δεν κρατεί και δεν ασπάζεται τα δόγματα της ευσεβείας, αλλά κηρύττει και ομολογεί αιρετικές δοξασίες «ἔστω ἀνάθεμα… καὶ τοῦ χριστιανικοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος, ἐξωθείσθω καὶ ἐκπιπτέτω», γιατί, συνεχίζει ο κανόνας, «ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν, κατὰ τα προορισθέντα, παντελῶς διεγνώκαμεν».

Ο Κανόνας θέτει ασφαλείς δικλείδες διαφύλαξης της πίστης και αυτό  το πράττει με πολύ συστηματικό και αναλυτικό τρόπο, αφού αναφέρει για καθεμία Οικουμενική Σύνοδο όλα τα στοιχεία που αποτελούν, θα λέγαμε, την ταυτότητά της. Για παράδειγμα, γράφει περί της Τετάρτης Οικουμενικής: «τὴν ἐν Χαλκηδονέων μητροπόλει ἐπὶ Μαρκιανοῦ, καὶ αὐτοῦ γενομένου ἡμῶν βασιλέως, τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα θεοκρίτων Πατέρων στηλογραφηθεῖσαν πίστιν ὀρθοδόξως ἐπικυροῦμεν· ἥτις τὸν ἕνα Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἐκ δύο συντεθέντα τῶν φύσεων, καὶ ἐν δύο ταῖς αὐταῖς δοξαζόμενον φύσεσι, μεγαλοφώνως τοῖς πέρασι παραδέδωκε, καὶ Εὐτυχέα τὸν ματαιόφρονα, τὸν δοκήσει τὸ μέγα τῆς οἰκονομίας μυστήριον τελεσθῆναι ἀποφηνάμενον, ὡς ἀποτρόπαιόν τι καὶ μίασμα τῶν ἱερῶν τῆς ἐκκλησίας περιβόλων ἐξήλασε· σὺν αὐτῷ δὲ καὶ Νεστόριον, καὶ Διόσκορον, τὸν μέν, τῆς διαιρέσεως, τὸν δέ, τῆς συγχύσεως ὑπερασπιστήν τε καὶ πρόμαχον, τοὺς ἐκ διαμέτρου τῆς ἀσεβείας πρὸς ἓν ἐκπεπτωκότας ἀπωλείας καὶ ἀθεότητος βάραθρον». Δηλαδή  αναφέρει: α) τον αριθμό των πατέρων που έλαβαν μέρος, β) τον Αυτοκράτορα που τη συγκάλεσε, γ) την ορθόδοξη διδασκαλία που διατυπώθηκε, δ) τους καταδικασμένους αιρετικούς και τις διδασκαλίες τους.

Αφού με τον πρώτο Κανόνα όρισε και διασφάλισε την ορθή πίστη και διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων, με το δεύτερο η Πενθέκτη προχώρησε σε προσδιορισμό, κύρωση και διασφάλιση της Κανονικής Παράδοσης. Συνεπώς, ο δεύτερος κανόνας έχει καθοριστική σημασία για τη συγκρότηση του σώματος των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας, εφόσον ξεκαθάρισε τους αυθεντικούς από τους ψευδεπίγραφους, εκείνους που εκφράζουν την αλήθεια της εκκλησίας, τους ορθοδόξους από τους πλανημένους και απατηλούς. Με αυτόν δίδεται κύρος Οικουμενικής Συνόδου στους Κανόνες: α) των Αγίων Αποστόλων (85), β) οκτώ συγκεκριμένων Τοπικών Συνόδων και γ) δεκατριών συγκεκριμένων Πατέρων. Πλέον αποτελούν και αυτοί κύρια και αυθεντική πηγή της Κανονικής Παράδοσης της Εκκλησίας, καθώς «ἔδοξε δὲ καὶ τοῦτο τῇ ἁγίᾳ ταύτῃ συνόδῳ κάλλιστά τε καὶ σπουδαιότατα, ὥστε μένειν καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν βεβαίους καὶ ἀσφαλεῖς, πρὸς ψυχῶν θεραπείαν καὶ ἰατρείαν παθῶν, τοὺς ὑπὸ τῶν πρὸ ἡμῶν ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων δεχθέντας καὶ κυρωθέντας, ἀλλὰ μὴν καὶ παραδοθέντας ἡμῖν ὀνόματι τῶν ἁγίων καὶ ἐνδόξων Ἀποστόλων ὀγδοήκοντα πέντε κανόναςἘπισφραγίζομεν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς πάντας ἱεροὺς κανόνας…». Στη συνέχεια προσδιορίζονται μόνο κατ’ όνομα οι κανόνες αυτοί, χωρίς περισσότερη ανάλυση και λεπτομέρειες. Κατά τον Παύλο Μενεβίσογλου το γεγονός ότι δεν προχωρά σε ακριβέστερο προσδιορισμό των επικυρουμένων κανόνων, σημαίνει ότι είτε οι εν χρήσει κανονικές συλλογές παρουσίαζαν συμφωνία ή ότι υπήρχε πλήρης κανονική συλλογή στα αρχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή ότι πιθανότερα, η Σύνοδος έλαβε ως βάση το λεγόμενο Νομοκάνονα εις ΙΔ΄ Τίτλους (πρώτη έκδοση)[49]. Σε κάθε περίπτωση οι Κανόνες αυτοί πλεόν προστατεύονται με την επιταγή του κανόνα:«μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ἢ ἀθετεῖν, ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως ὑπό τινων συντεθέντας, τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων. Εἰ δέ τις ἁλῶ κανόνα τινὰ τῶν εἰρημένων καινοτομῶν, ἢ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατὰ τὸν τοιοῦτον κανόνα, ὡς αὐτὸς διαγορεύει, τὴν ἐπιτιμίαν δεχόμενος, καὶ δι” αὐτοῦ, ἐν ᾧπερ πταίει θεραπευόμενος»[50]. Τέλος κυρώνονται και οι Κανόνες των τεσσάρων πρώτων Οικουμενικών Συνόδων. Το γεγονός ότι μετά την Πενθέκτη Οικουμενική και έως σήμερα προσετέθησαν μονάχα 43 Κανόνες καταδεικνύει την αξία και τη σπουδαιότητα της Συνόδου αυτής και του έργου που επιτέλεσε.

Θα αναφερθούμε σε κάποιους Κανόνες της Συνόδου, για να αντιληφθούμε το πώς αυτοί καθορίζουν τη ζωή της Εκκλησίας. Οι περισσότεροι μπορεί να τους αγνοούν, αλλά στην πράξη τούς γνωρίζουν.

Ο 19ος Κανόνας ομιλεί για το βασικό καθήκον που έχουν οι Επίσκοποι «πάντα τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν ἐκδιδάσκειν τοὺς τῆς εὐσεβείας λόγους, ἐκ τῆς θείας γραφῆς ἀναλεγομένους τὰ τῆς ἀληθείας νοήματά τε, καὶ κρίματα». Εμείς, κληρικοί και λαϊκοί, κηρύττουμε και διδάσκουμε εξ ονόματος του Επισκόπου και η διακονία αυτή δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη, αλλά σύμφωνη με το πνεύμα, με την αλήθεια και την ερμηνεία της Εκκλησίας και των Πατέρων της «μὴ παρεκβαίνοντας τοὺς ἤδη τεθέντας ὅρους, ἢ τὴν ἐκ τῶν θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν». Με τον τρόπο αυτό, γράφει ο Κανόνας, οι άνθρωποι θα γνωρίσουν αυτά που είναι άξια και προτιμητέα και αυτά που είναι απόβλητα και ασύμφορα για την ψυχή τους και έτσι θα ρυθμίζουν το βίο τους προς το καλύτερο και δε θα βρίσκονται στην άγνοια. Γι’ αυτό και εμείς, σύμφωνα με τον Κανόνα, δεν ερμηνεύουμε κατά το δοκούν και προσωπικά την Αγία Γραφή, όπως πράττουν οι Προτεστάντες, αλλά όπως οι Πατέρες και η Εκκλησία κελεύουν, παραμένοντας πιστοί στο κοινό βίωμα και στην κοινή εμπειρία.

Ο 23ος Κανόνας ορίζει κάτι που οι παλαιότεροι ιερείς γνώριζαν καλά και εφάρμοζαν παρά το γεγονός ότι δεν είχαν τακτική μισθοδοσία: «περὶ τοῦ μηδένα τῶν εἴτε ἐπισκόπων, εἴτε πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, τῆς ἀχράντου μεταδιδόντα κοινωνίας, παρὰ τοῦ μετέχοντος εἰσπράττειν, τῆς τοιαύτης μεταλήψεως χάριν, ὀβολούς, ἢ εἶδος τὸ οἱονοῦν». Η μετάδοση της Θείας Κοινωνίας, η Θεία Χάρις και ο αγιασμός του Αγίου Πνεύματος δεν γίνονται αντικείμενο συναλλαγής και εμπορίου. Το μόνο που ενδιαφέρει «είναι τοῖς ἀξίοις τοῦ δώρου ἀπανουργεύτως μεταδοτέον». Μάλιστα, ο Κανόνας ορίζει να καθαιρείται ο κληρικός αυτός ως ζηλωτής της πλάνης και κακίας του Σίμωνος.

Η λειτουργική πράξη της Λειτουργίας των Προηγιασμένων δώρων της Μεγάλης Τεσσαρακοστής καθορίζεται από τον 52ο Κανόνα της Πενθέκτης: «ἐν πάσαις ταῖς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς τῶν νηστειῶν ἡμέραις, παρεκτὸς Σαββάτου, καὶ Κυριακῆς, καὶ τῆς ἁγίας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡμέρας, γινέσθω ἡ τῶν προηγιασμένων ἱερὰ λειτουργία». Αλλά και το γεγονός της προσωπικής άσκησης που δε λειτουργεί αυτονομημένα αλλά εντάσσεται στα πλαίσια του κοινού βιώματος της Εκκλησίας, διατρανώνεται με τον 55ο, ο οποίος επαναλαμβάνει τον 66ο Αποστολικό Κανόνα και ορίζει καταδικάζοντας την πρακτική των Ρωμαίων «εἴ τις κληρικὸς εὑρεθείη τὴν ἁγίαν Κυριακὴν νηστεύων, ἢ τὸ σάββατον, πλὴν τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω». Το Σάββατο δε νηστεύουμε δια ξηροφαγίας κυρίως, επειδή, όπως σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος, είναι «καταπαύσιμος ἡμέρα, εἰς τὴν ὁποίαν κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς δημιουργίας» και την Κυριακή «διὰ τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν παγκόσμιον χαρὰν καὶ ἀνάστασιν»[51].

Όποιος γνωρίζει τον 66ο Κανόνα κατανοεί γιατί τελούμε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία κατά τη Διακαινήσιμο εβδομάδα: «ἐν ταῖς ἁγίαις ἐκκλησίαις σχολάζειν δεῖ ἀπαραλείπτως τούς πιστούς ἐν ψαλμοῖς, καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, εὐφραινομένους ἐν Χριστῷ, καὶ ἑορτάζοντας, καὶ τῇ τῶν θείων Γραφῶν ἀναγνώσει προσέχοντας, καὶ τῶν ἁγίων μυστηρίων κατατρυφῶντας. Ἐσόμεθα γὰρ οὕτω Χριστῷ συνανιστάμενοί τε, καὶ συνανυψούμενοι. Μηδαμῶς οὖν ἐν ταῖς προκειμέναις ἡμέραις ἱπποδρόμια, ἢ ἑτέρα δημώδης θέα ἐπιτελείσθω». Διότι οι πιστοί με την Ανάσταση συνεχίζουν να εορτάζουν, να συνανίστανται και να συνανυψούνται με το Χριστό μετέχοντας στην ανάστασή Του, στο πέρασμα από το θάνατο στη ζωή και αυτό το πράττουν με τις πνευματικές ενασχολήσεις στις Εκκλησίες όπου θα πρέπει να αφιερώνονται απαραλείπτως.

Ο 75ος μας υπενθυμίζει τον τρόπο της λατρείας: «τοὺς ἐπὶ τῷ ψάλλειν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις παραγινομένους, βουλόμεθα μήτε βοαῖς ἀτάκτοις κεχρῆσθαι, καὶ τὴν φύσιν πρὸς κραυγὴν ἐκβιάζεσθαι, μήτε τι ἐπιλέγειν τῶν μὴ τῇ ἐκκλησίᾳ ἁρμοδίων τε καὶ οἰκείων· ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ κατανύξεως, τὰς ψαλμῳδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ. Εὐλαβεῖς γὰρ ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ τὸ ἱερὸν ἐδίδαξε λόγιον». Οφείλουμε ψάλτες αλλά και ιερείς: α) με μεγάλη προσοχή και κατάνυξη να ψάλλουμε στο Θεό, β) να ξέρουμε τι ψάλλουμε και τι δεν ψάλλουμε αλλά και πως να ψάλλουμε, και γ) να μη φωνασκούμε.

Πολύ σημαντικός είναι ο 80ος κανόνας της Συνόδου, ο οποίος ουσιαστικά οριοθετεί ποιος είναι μέλος της Εκκλησίας και ποιος όχι: «εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταλεγομένων, ἢ λαϊκός, μηδεμίαν ἀνάγκην βαρυτέραν ἔχοι, ἢ πρᾶγμα δυσχερές, ὥστε ἐπὶ πλεῖστον ἀπολείπεσθαι τῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐν πόλει διάγων, τρεῖς Κυριακὰς ἡμέρας ἐν τρισὶν ἑβδομάσι μὴ συνέρχοιτο, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀποκινείσθω τῆς κοινωνίας». Για να είναι κανείς χριστιανός και να μετέχει στο σώμα της Εκκλησίας, δεν αρκεί το να είναι βαπτισμένος, οφείλει να εκκλησιάζεται, γινόμενος σύσσωμος και σύναιμος του Χριστού και δι΄ Αυτού ο κάθε άνθρωπος να γίνεται ένα με τον άλλο και όλοι μαζί να συγκροτούν και να συναποτελούν το σώμα της Εκκλησίας. Την εποχή που συντάχθηκε ο Κανόνας, όταν κανείς εκκλησιάζεται, όχι όπως συμβαίνει σήμερα, μετέχει της Θείας Κοινωνίας, εκτός και αν βρίσκεται σε μετάνοια. Επομένως Χριστιανός είναι εκείνος, ο οποίος δεν απολείπεται της Θείας Κοινωνίας, πάνω από 20 ημέρες εκτός και αν υπάρχει κάποια σοβαρή αιτία· διαφορετικά αυτοαποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας. Ο Κανόνας καταδεικνύει το απαραίτητο της μετοχής στη Θεία Ευχαριστία, η οποία θα πρέπει να είναι συχνή. Αλήθεια, πόσο ξεχνάμε αυτό το γεγονός, της συχνής μετοχής στο κοινό Ποτήριο και πολλές φορές εμείς οι κληρικοί, άνευ αποχρώντος λόγου, αποτρέπουμε τους πιστούς από τη συχνή μετάληψη, θεωρώντας μάλιστα πως αποτελεί αμαρτία να κοινωνεί κανείς συχνά;

Θα μπορούσαμε να μιλάμε επί ώρες και ημέρες για τους κανόνες της Πενθέκτης, χωρίς μάλιστα να επεκταθούμε καν σε εκείνους που επικύρωσε. Είναι όλοι σημαντικοί για τη ζωή της Εκκλησίας. Οι Κανόνες δεν είναι νόμοι, είναι η Θεολογία, η Δογματική, η Αγία Γραφή στην πράξη. Ο Βλαδίμηρος Λόσκυ έγραφε πως «οι κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν την ζωήν της Εκκλησίας “εν τη γηίνη αυτής όψει”, είναι αχώριστοι των χριστιανικών δογμάτων. Δεν είναι νομικοί κανονισμοί κυρίως ειπείν, αλλά εφαρμογαί των δογμάτων της Εκκλησίας, της αποκαλυφθείσης παραδόσεως εις όλους τους τομείς της πρακτικής ζωής της χριστιανικής κοινωνίας»[52]. Είναι καλό να παρουσιάσουμε ακόμα τρεις Κανόνες της Συνόδου, για να καταδειχθεί εμφανέστατα αυτό το γεγονός.

Ο 81ος Κανόνας, καταδικάζει την προσθήκη που έκαναν θεοπασχίτες στον τρισάγιο ύμνο «μετὰ τό, Ἅγιος ἀθάνατος, τό, Ὁ σταυρωθεὶς δι’ ἡμᾶς, ἐλέησον ἡμᾶς», το οποίο δεν είναι απλά μια λειτουργική άποψη, αλλά αποτελεί αιρετική διδασκαλία, καθώς με τη φράση αυτή που εισήγαγε ο Πέτρος ο Γναφέας και υιοθέτησε ο Σεβήρος «ὅχι μόνον συσταυροῖ μὲ τὸν Υἱὸν τὸν Πατέρα, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον… ἀλλὰ καὶ τέταρτον πρόσωπον παρεισάγει ἐν τῇ Τριάδι, καὶ χωριστὰ μὲν τίθησι τὸν τοῦ Θεοῦ Υἱὸν, χωριστά δὲ τὸν ἐσταυρωμένον Χριστὸν»[53]. Την ορθόδοξη θέση εξέφρασε νωρίτερα ο Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζοντας πως ο Θείος Λόγος «ἔπαθε ἀπαθῶς ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ»[54].

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο 82ος Κανόνας, ο οποίος περίπου 100 χρόνια πριν από τον δογματικό όρο της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου δίνει το θεολογικό υπόβαθρο για την αγιογράφηση του Χριστού[55]. Σύμφωνα με τον Κανόνα, χωρίς να απορρίπτεται η παλαιά πρακτική που υπήρχε να εξεικονίζεται ο Χριστός με την παράσταση του αμνού που πηγάζει από την ρήση του Ιωάννου του Προδρόμου «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»[56], είναι προτιμότερο να γίνεται η εικόνα «τοῦ αἴροντος, τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου ἀμνοῦ, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, κατὰ τὸν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα καὶ ἐν ταῖς εἰκόσιν ἀπὸ τοῦ νῦν, ἀντὶ τοῦ παλαιοῦ ἀμνοῦ, ἀναστηλοῦσθαι ὁρίζομεν· δι’ αὐτοῦ τὸ τῆς ταπεινώσεως ὕψος τοῦ Θεοῦ Λόγου κατανοοῦντες, καὶ πρὸς μνήμην τῆς ἐν σαρκὶ πολιτείας, τοῦ τε πάθους αὐτοῦ καὶ τοῦ σωτηρίου θανάτου, χειραγωγούμενοι, καὶ τῆς ἐντεῦθεν γενομένης τῷ κόσμῳ ἀπολυτρώσεως». Δεν χρειάζονται αλληγορίες και συμβολισμοί για να παραστήσουμε το Χριστό, αφού ο Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώθηκε, έδρασε και έπαθε, συνεπώς τον εικονίζουμε κατά τον ανθρώπινο χαρακτήρα μιας και το πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι περιγραπτό και εικονιστό.

Τέλος, ο 79ος αναφέρεται στην πρακτική που υπήρχε να εορτάζονται την επομένη των Χριστουγέννων τα λοχεία της Παρθένου. Αυτή την ημέρα «σεμίδαλιν ἔψοντες, καὶ ταύτης ἀλλήλοις μεταδιδόντες, προφάσει τιμῆς δῆθεν λοχείων τῆς ἀχράντου Παρθενομήτορος». Υπήρχε η συνήθεια στην Κωνσταντινούπολη να παρασκευάζουν μαγειρεμένο σιμιγδάλι ή κατά άλλη ερμηνεία ιατρικό οίνο, με τεμάχια κίτρου και ζάχαρη, το οποίο δίδονταν προς ενδυνάμωση των λεχώνων, καθώς και προς τόνωση και προς παραγωγή επαρκούς ποσότητος και ποιότητος του μητρικού γάλακτος[57]. Την επομένη λοιπόν των Χριστουγέννων κάποιοι πιστοί παρασκεύαζαν αυτήν την τροφή που μάλλον είχε μορφή άρτου, την μετέδιδαν ο ένας στον άλλο και αυτό το έπρατταν δήθεν προς ανάμνηση και τιμή των λοχείων της Παναγίας. Όμως, κατά τον κανόνα «οὐ γὰρ τιμή γε τοῦτο τῇ Παρθένῳ, τῇ ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον τὸν ἀχώρητον τεκούσῃ Λόγον σαρκί, ἐκ τῶν κοινῶν τε καὶ καθ” ἡμᾶς τὰ κατὰ τὸν ἀφραστον αὐτῆς τόκον ὁρίζειν καὶ ὑπογράφειν». Με λίγα λόγια δεν ορίζουμε και δεν αναφερόμαστε στον υπερφυή τόκο της Παναγίας σύμφωνα με αυτά που συμβαίνουν σε εμάς, αφού ο τόκος και η γέννηση του Χριστού είναι μέγα και ακατάληπτο μυστήριο. Ο 79ος Κανόνας συνεχίζει και κάνει πράξη το Θεολογικό έργο των Πατέρων της  Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι διατράνωσαν το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου κηρύττοντας «ἕνα Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ σαρκωθέντα… καὶ τὴν αὐτὸν ἀσπόρως τεκοῦσαν ἄχραντον ἀειπάρθενον, κυρίως καὶ κατὰ ἀλήθειαν Θεοτόκον…»[58]. Ο καθηγητής Γιαννόπουλος ερμηνεύοντας τον κανόνα, τονίζει πως  «αφού η σύλληψη του Ιησού Χριστού ήταν “άσπορος”, κατά συνέπεια δε και “ανήδονος”, έπρεπε και η γέννησή του να είναι “ανώδυνος” και “αλόχευτος”… Η τιμή επομένως, των “λοχείων” της Θεοτόκου αναιρεί και το δόγμα της “ασπίλου συλλήψεως” του Ιησού Χριστού, καθώς και το αειπάρθενο αυτής»[59].

             Σεβασμιώτατε, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος επιτέλεσε τεράστιο Θεολογικό και Κανονικό έργο, αφού πάνω από το 85% των Ιερών Κανόνων (662 από 770) που διέπουν τη ζωή της Εκκλησίας, είναι έργο της Συνόδου, είτε επειδή τους διατύπωσε είτε επειδή τους επικύρωσε.  Το έργο της αυτό επιτελέστηκε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και δεν εκτείνεται μόνο κατά πλάτος αριθμητικό αλλά και σε βάθος Θεολογικό. Αναπόφευκτα αποτελεί κομβικό σημείο για πολλούς τομείς του βίου της Εκκλησίας. Εμείς ως ιερείς οφείλουμε να ανατρέχουμε στους Ιερούς της Κανόνες και γενικότερα στους Κανόνες της Εκκλησίας, οι οποίοι τίθενται «πρὸς ψυχῶν θεραπείαν καὶ ἰατρείαν παθῶν» κατά τον Β΄ κανόνα της Συνόδου. Σας ευχαριστώ.

 

Πρωτ. Σέργιος Μαρνέλλος
Δρ. Θεολογίας


[1] Κάλλιστου Ware, Η Ορθόδοξη Εκκλησία, εκδ. Ακρίτας, 1996, σ. 55. Βλ. George Nedungatt, «The council in Trullo Revisited: Ecumenism and the canon of the Councils», εν Theological Studies, n. 71 (2010), σ. 664.

[2] Alexandre Schmemann, Le chemin historique de lorthodoxie, YMCA-PRESS, Paris 1995, σ. 207.

[3] Βασίλειου Σταυρίδη, Ο Συνοδικός θεσμός εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 366.

[4] Βλ. Χρυσοστόμου Σαββάτου Μητροπολίτου Μεσσηνίας, «Η ιστορικοδογματική θεώρηση της Ε ́ και της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου» εν http://www.imioanninon.gr/main/?page_id=8873 [26/3/2016].

[5] Βλασίου Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, Αθήναι 21994, σ. 761.

[6] Ο Βασίλειος Σταυρίδης και άλλοι τοποθετούν την έναρξη την 1/9/691 και τη λήξη στις 31/8/692, βλ.  Βασίλειου Σταυρίδη, όπ.π., σ. 368.

[7] Βλ. σχετικά Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος και το Νομοθετικό της έργο, εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1998, σ. 31-36 και George Nedungatt, όπ.π., σ. 664. Ο Γ. Γκαβαρδίνας συμπεραίνει ότι «είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι οι εργασίες της Συνόδου άρχισαν πιθανόν στα τέλη του έτους 691 και τελείωσαν μετά την 1η Σεπτεμβρίου του έτους 692, κατά τη  διάρκεια της 5ης ινδικτίωνος», βλ. σ. 32.

[8] Βασίλειου Ν. Γιαννόπουλου, Οικουμενικές Σύνοδοι και η διδασκαλία τους, εκδ. Δ. Μαυρομάτη, Αθήνα, 1996, σ. 192.

[9] Ίδιο, σ. 191.

[10] Βλ. περισσότερα στο κεφάλαιο «Τα πρακτικά της Πενθέκτης οικουμενικής Συνόδου» εν Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 41 και εξής.

[11] «Ἐπειδὴ δὲ ὁ εὐσεβὴς καὶ φιλόχριστος ἡμῶν βασιλεὺς τῇ ἁγίᾳ ταύτῃ καὶ οἰκουμενικῇ προσεφώνησε συνόδῳ».

[12] Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων, τόμ. 2, Αθήνησιν 1852, σ. 295.

[13] «Ἐπὶ τούτῳ τοίνυν κατὰ κέλευσιν τῆς σῆς εὐσεβείας συνελθόντες κατὰ ταύτην τὴν θεοφύλακτον καὶ βασιλίδα πόλιν, κανόνας ἱεροὺς ἀνεγράψαμεν», Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα…, όπ.π., σ. 299.

[14] Ίδιο, σ. 298.

[15] «Ἀλλ” ἐπεὶ ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος ἅπαξ κατέναντι Κυρίου παντοκράτορος τραχηλιάσας…», ίδιο, σ. 296.

[16] Ίδιο, σ. 298-299.

[17] Αυτό συνάγεται εκ του προσφωνητικού λόγου των Πατέρων, βλ. Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 50-52, 56.

[18] Βασίλειου Ν. Γιαννόπουλου, όπ.π., σ. 191.

[19] Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 761. Ο Βασίλειος Γιαννόπουλος δέχεται την άποψη του H. Ohme περί 55 περιπτώσεων συνωνυμίας, βλ. Βασίλειου Ν. Γιαννόπουλου, όπ.π., σ. 195-196.

[20] Σύμφωνα με νεώτερη έρευνα του Heinz Ohmne, Βλ. Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 75. Περί 227 Πατέρων ομιλούν οι Ζωναράς και Βαλσαμώνας, βλ. Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, όπ.π., σ. 294. Άλλοι ερευνητές αναφέρουν 211 μέλη, βλ. Ιωάννου Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος Α΄, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, σ. 391 και Βασίλειου Σταυρίδη, όπ.π., σ. 368.

[21] V. Laurent, «L’oeuvre canonique du concile in Trullo (691-692), source primaire du droit de l’Église orientale», εν Revue des études byzantines, t. 23, 1965, σ. 12.

[22] Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 75.

[23] Βασίλειου Σταυρίδη, όπ.π., σ. 368. Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 761. Υπάρχει και η άποψη ότι οι Πατρι’αρχες λόγω των Αράβων βρίσκονταν στην Κων/λη.

[24] Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 761.

[25] Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, όπ.π., 295.

[26] Ίδιο, σ. 298.

[27] Βλ., 2, 55/Πενθέκτης.

[28] Έχει διατυπωθεί η θέση ότι ο Αυτοκράτορας ήθελε να επιτύχει την έγκριση των 102 κανόνων της Συνόδου  που είχαν ετοιμαστεί από επιτροπή  ειδικών σε μία μόνο συνεδρία. Βλ. George Nedungatt, όπ.π., σ. 664.

[29] Αμίλκα Αλειβιζάτου, Οι Ιεροί Κανόνες, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1997, σ. 78.

[30] George Nedungatt, όπ.π., σ. 671.

[31] Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, όπ.π., σ. 300. Ο Ζωναράς την αποκαλεί έκτη σ. 294.

[32] «the 102 Trullan canons leave hardly any aspect of ecclesial and social life untouched», George Nedungatt, όπ.π., σ. 667.

[33] Από το 2014 πρώην Μητροπολίτης Αμασείας.

[34] Παύλου Μενεβίσγλου (Μητροπολίτου Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας), Ιστορική εισαγωγή εις τους Κανόνας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Στοκχόλμη 1990, σ. 290-292. Βλ. Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 59-60.

[35] Παναγιώτη Μπούμη,  «Η Οικουμενικότητα μιας Συνόδου και συγκεκριμένως της εν Τρούλλω ή Πενθέκτης», εν Θεολογία, τομ., 2, τεύχος 3, 2009, σ. 67-68.

[36] George Nedungatt, όπ.π., σ. 669, Ιωάννου Αναστασίου, όπ.π., σ. 392 και Pierre-Th. Camelot & Pierre Maraval, Les conciles œcuméniques, τόμος Ι, éd. Desclée, Paris 1998, σ. 54-55.

[37] Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 109-112, Βλ. γενικότερα περί της αποδοχής της Συνόδου στη Δύση εν Παναγιώτη Μπούμη, όπ.π., 48-54.

[38] Βλ. Παναγιώτη Μπούμη, όπ.π., σ. 45-48, Βασίλειου Ν. Γιαννόπουλου, όπ.π., σ. 198-200, Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 76-77, 117-118. Ο Βαλσαμών ομιλεί για λεγάτους (εκπροσώπους του πάπα) βλ. Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, όπ.π., σ. 301. Βλ σχετικά και εν Charles Joseph Hefele, Histoire de Conciles, t. 3, première partie, Paris 1909, σ. 576-578. Ο δε V. Laurent διατυπώνει την άποψη: «Basile ne reçut donc en l’occasion aucune mission spéciale et n’eut de ce fait aucun droit de préséance. Son rôle dut se borner à faire rapport sur les débats et leurs conclusions. Sa signature au bas des Actes ne confère de ce chef à ceux-ci aucune autorité particulière», βλ. V. Laurent, όπ.π., σ. 15. Ας σημειωθεί πάντως πως αν ο Βασίλειος υπέγραφε αυθαιρέτως και παρά τις εντολές της Ρώμης, δεν θα έπρεπε να τον είχε εγκαλέσει ο Ρώμης ή ακόμα και να να τον είχε τιμωρήσει; Κάτι τέτοιο δεν γίνεται φανερό από τις πηγές.

[39] Βλ. σχετικά, «Το έγγαμον των επισκόπων», εν Παναγιώτου Μπούμη, Η επιστασία του Αγίου Πνεύματος στα Κανονικά Κείμενα της Εκκλησίας, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1992, σ. 79.

[40] Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 762, βλ. και  Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 106-107

[41] Βλ. περισσότερα εν V. Laurent, όπ.π., σ. 15-18.

[42] Χαρακτηριστικά ο V. Laurent γράφει: «le concile in Trullo est l’un des grands conciles auxquels les autres fractions de la Chrétienté, particulièrement l’Afrique et l’Occident, ne prirent plus aucune part valuable», βλ. V. Laurent, όπ.π., σ. 13.

[43] George Nedungatt, όπ.π., σ. 669. Ο Roland Minnerath αναφέρει πως δεν έγινε ποτέ αποδεκτή στη Δύση: «se Concile qui se voulait aussi œcuménique, mais qui ne fut jamais reçu en Occident…»,  εν Roland Minnerath, Histoire des conciles, Presses universitaires de France, Paris 1996, σ. 31.

[44] Βλ. π.χ. μελέτη George Nedungatt, όπ.π., όπου και σημειώνει «the Council in Trullo occupiew a unique place in the canon of the ecumenical councils of the first millennium», σ. 674.

[45] Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 119.

[46] Ο V. Laurent καταλήγει στην εργασία του λέγοντας: «l’oeuvre canonique du concile in Trullo doit être tenue, mutatis mutandis, en droit, comme il le fut et le reste en fait, pour une source authentique, primaire, de la législation propre des Églises séparées de Rome ou unies à elle», βλ. V. Laurent, όπ.π., σ. 41.

[47] Ο George Nedungatt  σημειώνει ότι η 7η Οικουμενική θεωρεί χωρίς καμιά επιφύλαξη πως η Πενθέκτη είναι δεύτερη περίοδος της Έκτης και άρα Οικουμενική Σύνοδος, όπ.π., σ. 669 και 672 αντιθέτως ο Hefele σημειώνει  ότι η 7η  «reconnut, dans son canon 1er, ceux du concile Quinisexte, mais il ne faut pas oublier que les canons du VIIe concile œcuménique nont pas non plus été approuvés par le SaintSiège», βλ. Charles Joseph Hefele,  όπ.π., σ. 581.

[48] Ίδιο, σ. 91-94.

[49] Παύλου Μεναβίσογλου (Μητροπολίτου Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας), «Ο Β΄ Κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου», εν Τιμητικόν αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Κίτρους Βαρνάβαν, Αθήναι 1980, σ. 261-262. Βλ. Περί του Νομοκάνονος εν Gregoire D. Papathomas, Cours de Droit Canon, Introduction aux sources de la tradition canonique de l’Église, Paris 1995, σ. 178.

[50] 2/Πενθέκτης.

[51] Αγαπίου Ιερομονάχου & Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 2003 (φωτ. ανατύπωση της έκδ. 1864), σ. 83.

[52] Vladimir Lossky, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 62007, σ. 206-207.

[53] Αγαπίου Ιερομονάχου & Νικοδήμου Αγιορείτου, όπ.π., σ. 291 υποσ. 1. Βλ. και Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, όπ.π., σ. 491.

[54] Βλ. σχετικά Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 668-669 και 689-694 και Βασίλειου Ν. Γιαννόπουλου, όπ.π., σ. 247.

[55] Βλασίου Ιω. Φειδά, «Η εικόνα μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως και ο κανόνας 82 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου», εν http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=hist&NF=1&main=texts&file=30.htm [2/4/2016]

[56] Ιωάν., 1, 29. Σχετίζεται δε με τη θυσία των αμνών από τους Ιουδαίους στην Αίγυπτο εν Εξοδ., 12, 1 και εξής.

[57] Γεωργίου Χ. Γκαβαρδίνα, όπ.π., σ. 287-288.

[58] Κανών 1/Πενθέκτης.

[59] Βασίλειου Ν. Γιαννόπουλου, όπ.π., σ. 249.