Ἱερά Μονή Τσούκας

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ἡ Μητρόπολη | Ἱερές Μονές | Ἱερά Μονή Τσούκας

Ἱερὰ Μονὴ Τσούκας

Ἡ Ἱερὰ Μονὴ αὐτή, τιμώμενη στὴ μνήμη τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, βρίσκεται ΒΑ τοῦ Λοζέτσι (νῦν Ἑλληνικό) καὶ ἱδρύθηκε τὸ 1190 ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰσαάκιο τοῦ Ἀγγέλου. Τὴ Μονὴ εὐπρέπισε ὁ Γαβριὴλ, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ Λοζέτσι (ἤ Κοτόρτζ), ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει Ἐπίσκοπος Σταγῶν (1815). Στὴ Μονὴ αὐτὴ μόνασε καὶ ἄλλος ἐπίσκοπος, τὸ 1772, ἀγνώστου ὀνόματος καὶ πατρίδος. Ὑπῆρξε πλούσια Μονή.

  • Μετόχια αὐτῆς

α) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Κηπίνας

Ἡ ἵδρυση καὶ οἱ πρῶτοι αἰῶνες λειτουργίας της εἶναι ἄγνωστοι. Ἡ χρονολόγηση τῆς ἱδρύσεώς της κατὰ τοὺς βυζαντινοὺς χρόνους (13°- 14°), παράδοση ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἀπὸ τοπικοὺς λογίους ἀλλὰ καὶ διατηρεῖται ἕως σήμερα στὴ Μονή, δὲν τεκμηριώνεται ἱστορικῶς, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ τὰ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα. Στὴν ἠμιεξίτηλη ἐπιγραφὴ τῆς προθέσεως ἀναφέρεται σειρὰ ὀνομάτων μοναχῶν καὶ ἱερομονάχων, κτητόρων τῆς ταπεινῆς μᾶλλον Μονῆς. Πρέπει νὰ γνώρισε ἰδιαίτερη ἄνθηση κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ τοιχογραφεῖται τὸ Καθολικό. Δυστυχῶς, ἡ ἐξίτηλη ἐπιγραφὴ τοῦ Β. τοίχου καὶ ἡ κακὴ κατάσταση τῶν τοιχογραφιῶν δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἀκριβέστερη χρονολόγησή τους. Τὸ 1734 καὶ 1735 ζωγραφίζονται οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου ἀπὸ τὸν ζωγράφο Ἰωάννη ἀπὸ τὴ Σαγιάδα Θεσπρωτίας. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἤ λίγο παλαιότερα χρονολογεῖται τὸ τέμπλο. Τὸ 1760 ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς χρηματοδότησε τὴν ἀνέγερση τῆς γέφυρας στὸν Καλαρρύτικο ποταμό, ἐνδεικτικὸ τῆς εὐμάρειας τῆς Μονῆς ἀλλὰ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖο ἐπιτελοῦσε στὴν περιοχή.

Ἡ Μονὴ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἦταν πολυάνθρωπη. Ὡστόσο, οἱ δύο μοναχοὶ καὶ ἕνας λαϊκός ποὺ συνάντησε ὁ Leake στὴ Μονὴ τὸ 1809 δείχνει ὅτι ἡ παρακμὴ εἶχε ἤδη ἀρχίσει. Ἡ ἀνάμειξη τῆς περιοχῆς στὴ διαμάχη τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ μὲ τὰ σουλτανικὰ στρατεύματα καὶ ὁ γενικώτερος ἐπαναστατικὸς ἀναβρασμὸς στὴν Ἑλλάδα συνετέλεσαν στὴν παρακμὴ καὶ τὴν ἐγκατάλειψή της. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἰωαννίνων τὸ 1912 ἡ Μονὴ προσαρτήθηκε στὴ Μονὴ τῆς Τσούκας.

β) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἠλιόκαλης

Ἡ Μονὴ Παναγίας Ἠλιόκαλης βρίσκεται μεταξὺ τῶν χωριῶν Γούλας καὶ Δαφνούλα στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ Δρίσκου, περίπου 14 χιλιόμετρα ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα, καὶ εἶναι ἀφιερωμένη στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Ἄν καὶ εἶναι ἐγκαταλελειμμένη, κατὰ τὸν Πουκεβὶλ ποὺ τὴν ἐπισκέφθηκε 15 Αὐγούστου στὸ πανηγύρι, οἱ πιστοὶ ἔτρεχαν ἀθρόοι «ἴνα ἐξαπλωμένοι εὐλαβῶς ὑπὸ τὰ δένδρα της ἀποδεχθῶσι τὴν ὑπ” αὐτῶν προσδοκωμένην θείαν ἴασιν πάσης νόσου καὶ πάσης μαλακίας».

Εἶναι ἕνα μοναστήρι φρουριακοῦ τύπου, χτισμένο μὲ πέτρα. Σώζεται ἕνα παλιὸ διώροφο κτήριο μὲ κελιὰ στὸ ἰσόγειο καὶ στάβλους καὶ ἀποθῆκες στὸ ὑπόγειο καὶ τὸ καθολικό του, καμαροσκέπαστη βασιλικὴ μὲ πρόναο, κυρίως ναὸ καὶ Ἅγιο Βῆμα, καθὼς καὶ ἕνα νεώτερο μικρὸ κτίσμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο γίνεται καὶ ἡ εἴσοδος στὸν ναό. Οἱ ὡραιότατες ἁγιογραφίες εἶναι τοῦ 1888 καὶ τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο εἶναι ἔργο τοῦ Ἀναστασίου Μπαλαδήμα ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα (1766). Τὸ χωριὸ Ἠλιόκαλη, ἕνα ἀπὸ τὰ λεγόμενα καμποχώρια τῶν Ἰωαννίνων, ἔχει πάρει τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὸ παλιὸ μοναστήρι.

γ) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Κράψης

Μὲ κατεύθυνση ἀπὸ τὴν Κράψη πρὸς τὴν Ἀνατολικὴ φτάνουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ κατευθυνόμαστε πρὸς τὸ Δροσοχώρι. Λίγο μετὰ τὴ διακλάδωση, ἕνας μικρὸς χωματόδρομος ὁδηγεῖ μετὰ ἀπὸ λίγα μέτρα σὲ ἕναν ἐξώστη τοῦ Περιστερίου μὲ θέα στὸν Ἄραχθο καὶ στὸν Δρίσκο. Ἀνάμεσα σὲ φράξιες, σφενδάμια καὶ κρανιὲς ἕνας σύγχρονος πέτρινος περίβολος προστατεύει μία μικρὴ μονόκλιτη βασιλικὴ τοῦ 1743, κάποια ἐρειπωμένα κελιὰ καὶ βοηθητικοὺς χώρους, ἕναν ὑπόγειο θολωτὸ χῶρο, ποὺ μοιάζει μὲ δεξαμενή, καὶ ἕνα καμπαναριό. Πρόκειται, κατὰ τοὺς εἰδικούς, γιὰ τὴν παλαιὰ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1037. Οἱ τοιχογραφίες εἶναι ἔργο τοῦ γνωστοῦ Ἰωαννίτη ἁγιογράφου Θεοδοσίου καὶ εἶναι τοῦ 1809. Ἕνα ἀναλόγιο τοῦ 1734 εἶναι δωρεὰ τοῦ ἱερομονάχου Καλλινίκου.

δ) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Χαλασμάτων

Ὑπῆρξε ἀπλῶς Μονύδριο.

Πῶς θὰ μᾶς βρεῖτε: