Ἱερά Μονή Ρωμανοῦ

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ἡ Μητρόπολη | Ἱερές Μονές | Ἱερά Μονή Ρωμανοῦ

Ἱερὰ Μονὴ Ρωμανοῦ

Τιμᾶται στὸ ὄνομα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἱδρύθηκε τὸ 1113, ἡγουμενεύοντος κάποιου Ἰωάσαφ. Περίφημος ἡγούμενος τῆς Μονῆς ἀναφέρεται ὁ Παρθένιος Μπατουμάνος ἀπὸ τὴ Μοκοβίνη, ὁ ὁποῖος διηύθυνε καὶ τὴ Μονὴ Σιστρουνίου. Ὁ δραστήριος αὐτὸς ἡγούμενος κατασκεύασε γέφυρες, ἀνακαίνισε τὸ 1876 ναὸ σὲ Ρωμανὸ καὶ Σιστρούνιο, ἵδρυσε ἕνα σχολεῖο σὲ καθεμία ἀπὸ αὐτὲς τὶς κοινότητες καὶ, ἐπιπλέον διέτρεφε 5-6 μαθητὲς ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὰ χωριὰ γύρω ἀπὸ τὴ Μονή. Τὸ καθολικὸ ρυθμοῦ βασιλικῆς τοιχογραφήθηκε τὸ 1907, ἐνῷ τὸ κωδωνοστάσιο τῆς Ἱ. Μονῆς εἶναι τριώροφο καὶ κτίστηκε τὸ 1910.

  • Μετόχια αὐτῆς

α) Ἡ Ἱερὰ Μονή Γενεσίου Θεοτόκου (Παναγία Σιστρουνίου).

Ὁ ναός τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, καθολικό ἄλλοτε Μονῆς, βρίσκεται βορειοδυτικά τοῦ Σιστρουνίου Λάκκας Σουλίου κοντὰ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ρωμανοῦ. Εἶναι τρίκλιτη βασιλική μέ τροῦλο καί νάρθηκα, καθώς καί ἀνοικτή κιονοστήρικτη στοά στή νότια πλευρά. Ὁ τροῦλος στηρίζεται σέ τέσσερις κίονες καί βρίσκεται πάνω ἀπό τό τέμπλο. Ἡ μορφή του εἶναι ἰδιάζουσα, γιατί πάνω ἀπό τά στενόμακρα παράθυρα ἀνοίγονται ἰσάριθμα κογχάρια, καθένα ἀπό τά ὁποῖα διακοσμεῖται μέ ζωγραφιστή προτομή Ἀποστόλου. Ἡ στέγαση στό ὑπόλοιπο κεντρικό κλίτος καί στά πλάγια γίνεται μέ φουρνικά. Σέ κάθε πλάγιο κλίτος ὑπάρχουν τέσσερις ἐσωτερικοί θόλοι.

Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, ἡ ὁποία δέν ἐπιβεβαιώνεται ἀπό ἱστορικές μαρτυρίες, ἡ Μονή ἱδρύθηκε τό 1156. Στή συνέχεια καταστράφηκε ἤ ἀπό τόν Ὀσμᾶν Πασᾶ ἤ ἀπό καθίζηση τοῦ ἐδάφους. Ἡ τοιχοδομία στήν ἀνατολική καί νότια πλευρά παρουσιάζεται ὡς κανονική πλινθοπερίκλειστη, πράγμα πού ὑποδεικνύει πιθανῶς ἀναγωγή τοῦ μνημείου στούς χρόνους τοῦ Δεσποτάτου. Τά ὑπόλοιπα τμήματα εἶναι μέ ἀργολιθοδομή μέ ὁριζόντιες στρώσεις, χαρακτηριστική τῶν τελευταίων αἰώνων τῆς Τουρκοκρατίας.

Ἐσωτερικά ὁ ναός εἶναι κατάγραφος μέ τοιχογραφίες μέ ὕφος ἀφελές καί λαϊκό. Τό εἰκονογραφικό πρόγραμμα εἶναι τό τυπικό τῆς ἐποχῆς. Τοιχογραφημένες εἶναι καί οἱ δύο ὄψεις τοῦ κτιστοῦ τέμπλου καθώς καί ὁ νάρθηκας. Οἱ τοιχογραφίες χρονολογοῦνται μέ βάση τό ὕφος τους τόν 18ο αἰῶνα.

Ὁ ναός ἀνακαινίστηκε τὸ 1876 ἀπὸ τὸν Παρθένιο Μπατουμάνο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ρωμανοῦ.

 β) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Δημητρίου Διχουνίου.

Ἡ ἱστορικὴ Ἱερὰ Μονὴ Διχουνίου, ποὺ βρίσκεται μεταξύ Ραδοβιζίου καὶ Κερασόβου, τιμᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Σὲ αὐτὴ μόνασε ὁ ἐπαναστάτης Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος Β”, ὁ Σκυλόσοφος, καὶ τὴν χρησιμοποίησε ὡς ἕδρα τῆς δράσεώς του καὶ ὡς ὁρμητήριο τοῦ ἀτυχοῦς Ἐπαναστατικοῦ κινήματός του στὴν Ἤπειρο.

Δὲν γνωρίζουμε πότε κτίστηκε. Τὸ 1611 καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, πλὴν τοῦ ἱεροῦ ναοῦ της, καὶ ἐπανιδρύθηκε ἐκ θεμελίων τὸ 1763. Πρωτοκτήτορες τῆς Μονῆς ἦταν oἱ ἱερομόναχοι καὶ ἡγούμενοι Ζαχαρίας καὶ Ἄνθιμος. Ὁ ναὸς τῆς Μονῆς εἶναι βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, ἡ δὲ ἁγιογράφησή του ἔγινε κατὰ τὸν ΙΗ” αἰῶνα. Ἡ περιουσία τῆς Μονῆς ἦταν ἄλλοτε μεγάλη, ἀποτελούμενη ἀπὸ 12 μετόχια, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχε δικὴ του ἐκκλησία καὶ πολλὰ κτήματα σὲ 25 χωριὰ τῆς Ἠπείρου.

 γ) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίων Ἀποστόλων Μεσιανῶν.

 δ) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Γεννήσεως Θεοτόκου Καταμάχης.

Τὸ μοναστήρι τῆς Καταμάχης ἀφιερωμένο στὸ Γεννέσιο τῆς Θεο-τόκου ἀνηγέρθη τὸ 1830, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ χρονολογία ποὺ ὑπάρχει στὸ ἐξωτερικὸ ὑπέρθυρο τοῦ ναοῦ. Ἡ ὀνομασία τοῦ μοναστηριοῦ προ-έρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «καταμάχομαι», ποὺ σημαίνει «πολεμῶ μὲ μανία ἐναντίον κάποιου», σύμφωνα μὲ τὸν Κώστα Εὖ. Οἰκονόμου (ὅπως ἀναφέρεται στὴν Ἔκδοση τῆς Νομαρχιακῆς Αὐτοδιοίκησης Ἰωαννίνων, Ἰωάννινα 2003, σελ.91). Αἰῶνες, ὅμως, πρὶν ἦταν χτισμένο στὴ θέση «Ἄϊ-Γιάννης» ὅπου εἶναι σήμερα τὸ ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη καὶ τὸ 1611 καταστράφηκε ἀπὸ τὸν Ὀσμᾶν Πασᾶ. Στὴ θέση «Βοῦρλο», ποὺ βρίσκεται ΒΑ ἀπὸ τὸ ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, ὑπάρχει ἀρχαιολογικὸς χῶρος –νεκροταφεῖο σύμφωνα μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ, 35/Β/2-2-1962 ΦΕΚ. Πρῶτος ἡγούμενος ἦταν ὁ Γουρνάρης ἀπὸ τὸ Ἀσπροχώρι καὶ ἔπειτα ὁ Παρθένιος ἀπὸ τοὺς Παπαδάτες, ὁ Χρυσόστομος ἀπὸ τὰ Μηλιανὰ καὶ τελευταῖος ὁ Παπαθανάσης ἀπὸ τὸ Ζωτικό, ὅπως ἀναφέρει ὁ Σπύρος Μουσελίμης στὸ βιβλίο του μὲ τίτλο «Ἡ λάκκα τοῦ Μπότσαρη» (Γιάννινα 1976, σελ.66). Τὸ 1918 τοποτηρητὴς τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν ὁ Οἰκονόμου Ἀθανάσιος καὶ ἐπόπτης ὁ ἱερέας τοῦ διπλανοῦ χωριοῦ, τῆς Γράσδανης. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1950 ἔμενε στὸ μοναστήρι δόκιμη καλόγρια, ἡ Κωνσταντίνα Παπαγεωργίου, ἡ ὁποία μετὰ πῆγε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Διχουνίου καὶ τὸ 1955 μετατέθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Τσούκας. Τὸ ἔτος 1960 γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα ἔμεινε στὸ μοναστήρι ἡ καλόγρια Κωστούλα ἀπὸ τὸ χωριὸ Μπαουσιούς. Ὁ συγγραφέας Νικόλαος Λιόλιος, στὸ βιβλίο του «Τὶ εἶδα καὶ τὶ ἄκουσα στὸ χωριό μου» (Ἀθῆναι 1983, σελ.228), ἀναφέρει: «Τὴν ἡμέρα ποὺ γιόρταζε τὸ μοναστήρι ἔστρωναν οἱ καλόγεροι τραπέζι γιὰ ὅλους. Ἔτρωγε καὶ γλένταγε ὁ κόσμος καὶ πήγαινε τὸ τουφεκίδι, ἄλλο πρᾶμα. Ἔρχονταν καὶ κανένας πραματευτὴς μὲ καμιὰ παραμάνα, κανένα σπάγκο, ράμματα, ψῖχα, λουλάκι καὶ κάτι τέτοια. Ἀγόραζαν τὰ παιδάκια καμιὰ φλογέρα ἤ καμιὰ σφυρίχτρα καὶ ἔπαιζαν. Ἔπαιρναν καὶ κανένα ζαχαράτο γιὰ νὰ φᾶνε. Οἱ μεγάλοι ἔπιναν ρακί, τσίπουρο, κούμαρο ἤ δαμάσκηνο. Ἔρχονταν καὶ καμιὰ ζυγιὰ ὄργανα καὶ χόρευαν δυὸ καὶ τρεῖς μέρες. Πολλοὶ τὸ ‘κάναν τάμα καὶ ἔζωναν τὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας μὲ μία ἤ τρεῖς γύρες ἁγνὸ κερί…».

Τὸ μοναστήρι γνώρισε κατὰ καιροὺς τὴν ἀδιαφορία τῶν ὑπευθύνων, τὶς καταστροφικὲς ἐπισκευὲς τῶν μὴ εἰδικῶν, τὴ λεηλασία τῶν ἀρχαιοκάπηλων καὶ τὴν ἀνασκαφὴ τῆς αὐλῆς ἀπὸ τοὺς ἀναζητητὲς τοῦ «κρυμμένου θησαυροῦ». Σήμερα, βλέπουμε μία προσπάθεια ἀποκατάστασης τῶν κελιῶν τοῦ μοναστηριοῦ, ποὺ γίνεται μὲ τὴ συν-εργασία καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἁρμόδιων ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν εἰδικῶν, ἀλλὰ, ἐξαιτίας τῆς δύσκολης οἰκονομικῆς συγκυρίας, φαίνεται ὅτι θὰ περάσουν ἀρκετὰ χρόνια γιὰ νὰ δοῦμε τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ὅλοι ἐπιθυμοῦμε.

 ε) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς Βαλανιδιᾶς.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ χωριὸ Βαλανιδιά (λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ πρῶτα σπίτια του, στὰ ἀριστερὰ τοῦ δρόμου), ἕνα ὕψωμα μὲ ὅμορφη θέα φιλοξενεῖ τὴν Ἁγία Παρασκευή, παλιὸ καθολικὸ μιᾶς μονῆς ποὺ κάηκε, γιὰ ἄγνωστη αἰτία, τὸ 1831, ξαναχτίστηκε καὶ ἀγιογραφήθηκε τὸ 1832. Τὸ τσιμεντένιο καμπαναριὸ τῆς βορεινῆς πλευρᾶς εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τῆς σύγχρονης παρέμβασης. Τὸ μοναστήρι διέθετε μεγάλη περιουσία στὸ δημοτικὸ σχολεῖο γιὰ τὰ παιδιὰ τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ τὸ 1923 ἀπαλλοτριώθηκε.

Αὐτὲς ὑπῆρξαν ἀπλῶς Μονύδρια.

Πῶς θὰ μᾶς βρεῖτε: