2015-02-08 Ἡ Ἐπιστροφή τοῦ Ἀσώτου

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | 2014-2015 Ἑσπερινές Ὁμιλίες | 2015-02-08 Ἡ Ἐπιστροφή τοῦ Ἀσώτου

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

Ἐκφωνηθεῖσα τῇ 8ῃ Φεβρουαρίου 2015
ὑπὸ τοῦ Αἰδ. Πρεσβυτέρου π. Σεργίου Μαρνέλλου
Εφημερίου τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ
Ἁγίου Ἀθανασίου Ἰωαννίνων

 «Πάτερ ἀγαθέ, ἐμακρύνθην ἀπὸ σοῦ μὴ ἐγκαταλίπῃς με,
μηδὲ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς βασιλείας σου
»

Τὰ λόγια τοῦ δοξαστικοῦ τῶν αἴνων τῆς ἑορτῆς, τὰ ὁποῖα ὁ ὑμνῳδὸς μὲ πολλὴ ἐπιτυχία φέρνει στὸ στόμα τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, πρέπει, ἀγαπητοὶ πατέρες καὶ ἀδελφοί, νὰ μεταφερθοῦν καὶ στὸ δικό μας καὶ νὰ γίνουν ἀδιάκοπη προσευχή. Σὲ αὐτὸ τὸ γεγονός μᾶς καλεῖ ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἡ Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ἢ ἀλλιῶς τοῦ Σπλαχνικοῦ Πατέρα.

Ἡ διήγηση τῆς περίφημης αὐτῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου εἶναι γνωστὴ σὲ ὅλους μας καὶ νομίζω ὅτι δὲ χρειάζεται ἁπλὰ νὰ τὴν ἐπαναλάβουμε. Αὐτὸ ποὺ σήμερα πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσουμε, εἶναι νὰ σταθοῦμε στὰ καθοριστικά της σημεῖα μὲ παράλληλη ἀναγωγή της στὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου συγγενεύει μὲ τὴ διήγηση τοῦ λεγόμενου προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἤ μᾶλλον εἶναι τὸ αἰώνιο ζήτημα τῆς ἐλευθερίας, μὲ τὴν ὁποία μᾶς ἔχει προικίσει ὁ Θεὸς καὶ ποὺ ἀνάλογα μὲ τὴ χρήση της ἀπομακρυνόμαστε ἤ ἐπιστρέφουμε σὲ Ἐκεῖνον.

Ὁ πανάγαθος Θεός, ὡς γνωστόν, κατὰ τὴν ἑξαήμερο δημιουργία του κατασκεύασε τὸν κόσμο μας. Ἔπλασε ἀπὸ πυλὸ τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσίν του», ἐνεφύσησε στὸ πρόσωπό του καὶ τοῦ ἔδωσε πνοὴ ζωῆς κάνοντάς τον στενὸ πνευματικὸ συγγενῆ του. Ἀφοῦ δημιούργησε ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα, τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ εἶναι οἱ ἄρχοντες πάσης τῆς κτίσης, τῆς χλωρίδας καὶ τῆς πανίδας. Τοὺς ἔθεσε δὲ στὸν παράδεισο νὰ τὸν κατεργάζονται καὶ νὰ τὸν διαφυλάττουν. Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα, ζώντας στὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς, ζοῦν οὐσιαστικὰ μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατέρα, σὲ κοινωνία καὶ σχέση μαζί Του. Ὁ Θεὸς τοὺς παρέχει τὰ πάντα, τοὺς ἔχει προικίσει πλουσιοπάροχα. Ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς γῆς βρίσκεται στὰ χέρια τους καὶ ἂς μὴν τὸν ἔχουν δημιουργήσει αὐτοί, κι ἂς μὴν τοὺς ἀνήκει. Τὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ δικά τους.

Κάπως ἔτσι καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς βρίσκεται στὴν ἀγάπη, τὴ σχέση καὶ τὴν κοινωνία τοῦ πλούσιου Πατέρα του. Ὀφείλει τὴν ὕπαρξή του σὲ Αὐτὸν καὶ μένοντας κοντά Του ἀπολαμβάνει ἀφενὸς τὴν πατρικὴ ἀγάπη καὶ ἀφετέρου ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ ὅλα ὅσα ἔχει δημιουργήσει ὁ πατέρας Του, δηλαδὴ τὸν πλοῦτο καὶ τὴν εὐμάρεια ποὺ τοῦ παρέχει ἐκεῖνος· τὸ ἴδιο βέβαια ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν πρεσβύτερο ἀδελφό του. Τὰ τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ δικά τους.

Οἱ πρωτόπλαστοι ἔχουν ὡς στόχο τῆς ζωῆς τους νὰ ἐπιτύχουν τὴν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνουν κοινωνοὶ τῆς θείας φύσεως, νὰ ἐπιτύχουν τὴ Θέωση, μέσα μάλιστα ἀπὸ τὴν ὀρθὴ χρήση τῆς θεόδοτης ἐλευθερίας τους καὶ τὴν ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα. Στοὺς πρωτοπλάστους, ὅμως, δὲν ἀρκοῦν τὰ πάντα, προσβάλλονται καὶ ἐνδίδουν στὸν ἐγωιστικὸ πειρασμὸ τῆς αὐτοθέωσης ποὺ προσφέρεται, μάλιστα, δίχως ἄσκηση καὶ κόπο, μὲ τὴ βρώση τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ. Αὐτὴ ἡ αὐτονόμηση ἀπὸ τὸ θέλημα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοὺς ἀπομακρύνει καὶ τοὺς ἀποξενώνει ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς.

Μὲ τὴν παραβίαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἀπογυμνώνονται ἀπὸ τὴ θεία χάρη, ἀλλοτριώνονται, ὑπεισέρχεται στὴ ζωὴ τους ὁ πόνος, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ μετατρέπεται σὲ φόβο πρὸς Ἐκεῖνον. Ἐπιχειροῦν νὰ κρυφτοῦν καί, ὅταν τοὺς ἀναζητᾷ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ διαλεχθεῖ μαζί τους, ἐκεῖνοι μένουν ἀμετανόητοι, ἐμμονικοὶ στὸ λάθος τους. Ἐθελοτυφλώντας δὲν ἀντιλαμβάνονται τὸ σφάλμα τους καὶ γι’ αὐτὸ δὲ μετανοοῦν καὶ δὲν ἐπιστρέφουν στὶς ἀγκάλες τοῦ στοργικοῦ καὶ γεμάτου ἀγάπη Θεοῦ καὶ Πατέρα.

Ὁ Ἄσωτος Υἱός, καὶ αὐτός, ὅπως οἱ πρωτόπλαστοι, εἶναι κοινωνὸς τοῦ οἴκου καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρός του. Ζεῖ στὴ μακαριότητα μαζί Του ὡς ἄρχοντας. Ὅμως, τὸ γεγονὸς αὐτὸ κάποια στιγμὴ δὲν εἶναι ἀρκετὸ γιὰ τὸν υἱό, ὁ ὁποῖος ὑποκύπτοντας στὸν πειρασμὸ μίας ἄλλης ζωῆς, θέλει πλέον νὰ αὐτονομηθεῖ. Λαμβάνει μόνος του, ἐγωιστικά, τὴν πρωτοβουλία νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν Πατέρα του τὴν περιουσία ποὺ τοῦ ἀναλογεῖ καὶ αὐτὸ τὸ κάνει, ὅπως γράφει ὁ Προηγούμενος τῆς Μονῆς Ἰβήρων π. Βασίλειος Γοντικάκης, «δυναστικὰ καὶ ἀντάρτικα». Θὰ λέγαμε ὅτι ὁ Ἄσωτος, ὡς ἄλλος πρωτόπλαστος, αὐτονομεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα, καὶ κάνοντας λανθασμένη χρήση τῆς ἐλευθερίας του θέλει κομμάτι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔχει ὁ Πατέρας, ἀποκομμένο ὅμως ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἀκριβῶς σὰν τὸν Ἀδὰμ μὲ τὴν Εὕα ποὺ ζητοῦν τὴ Θέωση χωρὶς τὸν Θεό.

Ὁ Ἄσωτος εἶναι πλήρως ἐλεύθερος νὰ κάνει τὸ λάθος, νὰ σφάλει. Ὁ Θεὸς Πατέρας δὲν ἀντιδρᾷ, δὲν τὸν ἀποπαίρνει, οὔτε τὸν ἐπιτιμᾶ, ἂν καὶ σαφῶς γνωρίζει τὴ ζημία ποὺ θὰ ἔχει ὁ υἱός του. Ἀντίθετα, σέβεται τὴν ἐλευθερία ποὺ τοῦ ἔχει δώσει καὶ μοιράζει τὴν περιουσία του καὶ στοὺς δυὸ γιοὺς ἐξίσου. Ὁ ἕνας, ὁ μεγαλύτερος, παραμένει μαζί του, ὁ ἄλλος, ὁ νεώτερος φεύγει μακριά του καὶ ζεῖ ἀσώτως. Ἀποξενώνεται ἀπὸ τὸν Οἶκο τοῦ Πατρὸς καὶ κατασπαταλᾷ τὸ κομμάτι τῆς περιουσίας ποὺ ἔλαβε, τὸ ὁποῖο δὲν ἀρκεῖ γιὰ πολύ. Αὐτὸ συμβαίνει διότι τὸ κομμάτι αὐτό, ὁ θησαυρὸς τῆς ψυχῆς καὶ τὰ θεῖα χαρίσματα ποὺ ἔλαβε, δὲν ἔχουν πλέον ζωή, εἶναι ἀποκομμένα ἀπὸ τὴ ρίζα τους, ξεραίνονται καὶ δὲν καρποφοροῦν. Ἔτσι, ὁ ἄσωτος δὲν ἔχει οὐσιαστικὰ ζωή, εἶναι ἕνας ζωντανὸς νεκρός, γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου ὅλες οἱ ἐγωκεντρικὲς προσδοκίες του πέφτουν στὸ κενό.

Ὅπως οἱ πρωτόπλαστοι ὑποφέρουν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἔτσι καὶ ὁ υἱὸς ἀρχίζει νὰ πονᾷ, νὰ ὑστερεῖται καὶ νὰ ὑποφέρει, βιώνοντας τὴν ἀνασφάλεια καὶ τὴ θνητότητα. Αὐτὸ τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἀνάγκη νὰ πιαστεῖ ἀπὸ κάπου καὶ ἀντὶ νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ λάθος του καὶ τὴν κατάστασή του, ὥστε νὰ ἐπιστρέψει κοντὰ στὸν Πατέρα του, προσκολλᾶται σὲ ἕναν πολίτη τῆς χώρας ἐκείνης, ἡ ὁποία, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε, εἶναι χώρα μακρὰν τοῦ Οἴκου τοῦ Πατρός. Ὁ ὅρος “πολίτης” δὲν εἶναι τυχαῖος στὸ Εὐαγγέλιο, δὲ χρησιμοποιεῖται πολλὲς φορὲς στὴν Ἁγία Γραφή· θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς σὲ ἕναν “ἄνθρωπο” τῆς χώρας ἐκείνης. Ὅμως, ἐδῶ νομίζουμε ὅτι ἐπιχειρεῖται νὰ δηλωθεῖ ἡ διάσταση καὶ ἡ ἀπόσταση αὐτοῦ τοῦ πολίτη τῆς χώρας ἐκείνης τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τοὺς πολῖτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι «συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ»[1]. Πραγματικά, δὲν ἔχει καλὲς προθέσεις, δὲν κινεῖται ἀγαπητικά, δὲν ἐλεεῖ τὸν Ἄσωτο οὔτε κὰν τοῦ συμπεριφέρεται ὡς μισθίον του, ὡς ἐργάτη του, ἀφοῦ οὔτε τὸν πληρώνει οὔτε τὸν θρέφει.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μᾶς φέρνει στὸν νοῦ τὸ πῶς καὶ πόσες φορὲς ὁ ἄνθρωπος προσκολλήθηκε καὶ προσκολλᾶται σὲ ψεύτικους Θεούς, ἰδίως ὅταν βρίσκεται σὲ σύγχυση καὶ ἀνάγκη. Αὐτοὺς ποὺ ἐπαγγέλλονται τὴν ἀσφάλεια, τὴ χαρά, τὴν εὐτυχία, τὴν καλοπέραση, τὴν εὐημερία, οἱ ὁποῖοι ὅμως στὸ τέλος ἀπογυμνώνονται καὶ τελικὰ φαίνονται τόσο πρόσκαιροι, κίβδηλοι, ἀπατηλοὶ καθὼς κανείς τους δὲν προσφέρει τὴ λύτρωση.

Ἔτσι, ὁ ἄσωτος Υἱός, σὰν νὰ εἶναι μαγεμένος ἀπὸ τὶς σειρῆνες τῆς ἁμαρτίας, ξεχνᾷ τὸ σπίτι του, τὴν πατρίδα, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται, καὶ ὁδηγεῖται ἀκόμη περισσότερο στὴν καταστροφή. Προσκολλᾶται ἀκόμα περισσότερο στὴ χώρα αὐτή, ποὺ εἶναι ἡ χώρα τῆς ἁμαρτίας καὶ κατακρημνίζεται ἀκόμα περισσότερο, ἀπὸ ἄρχοντας γίνεται χοιροβοσκός. Ἡ πτώση αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος, γιατί παρὰ τὶς προσδοκίες του δὲ σβήνει τὴν πεῖνα του καὶ ὀρέγεται ἀκόμα καὶ τὴν τροφὴ τῶν γουρουνιῶν, γίνεται δοῦλος τοῦ ἑαυτοῦ του, φτάνει, θὰ λέγαμε, σὲ ζῳώδη κατάσταση.

Ποιός; Αὐτὸς ποὺ ἦταν ἄρχοντας, αὐτὸς ποὺ εἶχε ὅλα τὰ ἀγαθά, μὰ πάνω ἀπ’ ὅλα εἶχε τὴ στοργὴ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Πατέρα του. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πρωτοπλάστους, ὁ Ἄσωτος Υἱὸς τῆς παραβολῆς, πάνω ποὺ ψυχορραγεῖ πνευματικά, ἔρχεται σὲ συναίσθηση, «εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθῶν»[2], ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιο. Ξυπνᾷ ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη του, συλλογίζεται τὴν πατρίδα του, τὸ σπίτι του, τὸν πατέρα του καὶ τὶς δωρεὲς ποὺ ἀπολαμβάνουν ἅπαντες δίπλα του καὶ μετανοώντας σκέφτεται νὰ πεῖ: «ὁ ἐχθρὸς ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με, καὶ ᾖρέ μου τὸν πλοῦτον· τῆς ψυχῆς τὰ χαρίσματα ἀσώτως διεσκόρπισα, ἀναστὰς οὖν, ἐπιστρέψας πρὸς σὲ ἐκβοῶ· Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου»[3].

Ἡ μετάνοια αὐτὴ δὲ μένει στὴ σκέψη ἢ στὰ λόγια. Δὲν εἶναι ἕνας στοχασμός, μία στιγμιαία διάθεση, μία ἀπόπειρα μετάνοιας, τὴν ὁποία ζυγίζει νὰ κάνει ἢ νὰ μὴν κάνει, ἀλλὰ πρόκειται γιὰ μία ὁλοκληρωμένη μεταβολή. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει σχετικά: «ὅταν λοιπὸν (ὁ υἱός) εἶπε, «θὰ ἐπιστρέψω στὸν πατέρα μου», ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἔφερε ὅλα τὰ ἀγαθά· ἢ καλύτερα, ὄχι μόνον ὁ λόγος, ἀλλὰ τὸ ἔργο ποὺ προστέθηκε στὸν λόγο. Γιατί δὲν εἶπε, «θὰ ἐπιστρέψω» καὶ παρέμεινε, ἀλλὰ εἶπε «θὰ ἐπιστρέψω» καὶ «ἐπέστρεψε ὅλον τὸν δρόμο ἐκεῖνον τῆς ἐπιστροφῆς».

Ὁ Υἱός, λοιπόν, ἀποφασίζει «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου» καὶ ἡ ἀπόφασή του γίνεται κίνηση καὶ ἐνέργεια. Ἡ στέρεη καὶ ἀμετακίνητη διάθεση μετανοίας του ἔχει ὡς πρῶτο στάδιο τὴν ἀνάσταση, τὴν ἀνόρθωση ἀπὸ τὴν πτώση, ἀπὸ τὸν βοῦρκο ποὺ βρίσκεται, ὡς δεύτερο στάδιο τὴν ἄμεση ἐπιστροφὴ στὸν πατέρα καὶ ὡς τρίτο τὴν ταπείνωση, τὴν ὁμολογία καὶ τὴν ἐπίκληση τοῦ θείου ἐλέους. Ὅλα αὐτὰ γίνονται πράξη, ὁ καταπονημένος καὶ ἐξουθενωμένος ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὴν ἐξάντληση υἱός, βρίσκει τὴ δύναμη νὰ πορευθεῖ τὸν δρόμο τῆς μετάνοιας συνεπικουρούμενος ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἐκεῖνος ἐμφυσᾷ, παρακινεῖ, καλεῖ, προτρέπει καὶ στηρίζει τὸν ἄνθρωπο στὸν δρόμο της. «Ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ θέλει νὰ σὲ ὁδηγήσει στὴ μετάνοια», διαβάζουμε στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή.

Δὲ σκέφτηκε οὔτε στιγμὴ τὶς τυχὸν συνέπειες, μία ἐνδεχόμενη τιμωρία ἢ ἀκόμα καὶ τὴν ἀποπομπή του ἀπὸ τὸν πατέρα. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσει τυχὸν εὐθύνες τοῦ πατέρα, δὲ θέτει ὅρους καὶ προϋποθέσεις γιὰ νὰ μείνει μαζί του. Δὲ ζητᾷ τὴν ἐπιστροφή του στὴν προγενέστερη θέση τὴν ὁποία κατεῖχε, ὡς υἱός, γιατί θεωρεῖ ὅτι ἔχασε τὴν υἱοθεσία. Ζητᾷ νὰ γίνει δοῦλος, μὲ ταπείνωση δουλώνει τὸ θέλημά του ἀγαπητικᾶ στὸ θέλημα τοῦ Πατέρα του καί, ἔτσι, γίνεται πραγματικὰ ἐλεύθερος. Γιατί, ὅπως λέγει ὁ Χριστός, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θὰ μπεῖ: «ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»[4] καὶ δοῦλοι Του εἶναι «οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐκ ψυχῆς»[5].

Εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος ποὺ σμίγει ὁ Υἱὸς καὶ ὁ Πατέρας: «ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου»[6].

Ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῶν πρωτοπλάστων, ὁ Θεὸς Πατέρας περιμένει τὴν ἐπιστροφή. Ἡ ἀγάπη τὸν κάνει νὰ ἀγρυπνᾷ καὶ νὰ προσμένει καὶ ὄχι μόνο. Ὅταν βλέπει τὸ τέκνο του νὰ ἐπιστρέφει, τρέχει ἐκεῖνος πρὸς αὐτό, νὰ τὸ συναντήσει, νὰ τὸ ἀσπαστεῖ, νὰ τὸ φροντίσει. Ἔτσι ἔκαμε καὶ στὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς μετὰ τὸ ἁμάρτημα, κινήθηκε πρὸς τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα, ὅταν συνέβη ἡ ἀμετανόητη ἀποστασία. Ὅμως, ὁ Ἄσωτος ἔχει μετάνοια, ὁμολογεῖ τὸ σφάλμα του καὶ πνίγεται στὸν χείμαρρο τῆς ἀγάπης τοῦ Πατέρα του, χωρὶς τίποτε ἄλλο.

Ὁ Ἄσωτος Υἱὸς δὲν ἀποπέμπεται οὔτε τιμωρεῖται, ἀλλὰ ἐπιστρέφει στὴν πρότερη θέση του, ἐνδύεται καὶ πάλι τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, φέρει τὸ δακτυλίδι τοῦ ἀρραβῶνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, φορᾷ ὑποδήματα, δηλαδὴ πνευματικὲς δυνάμεις καὶ ἐξουσία «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ»[7]· τέλος, τρέφεται καὶ πάλι πνευματικά. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐφροσύνη γιὰ τὴ νεκρανάσταση τοῦ Ἀσώτου εἶναι μεγάλη, γίνεται σωστὸ πανηγύρι, καθὼς «χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπί ἐνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι»[8].

Ἡ διήγηση τῆς παραβολῆς ἀναφέρει ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νεώτερου Υἱοῦ καὶ τὴ μὴ ἐπιστροφὴ τοῦ μεγαλύτερου. Ἐκείνου ποὺ πάντοτε παρέμενε στὸν οἶκο τοῦ πατρός, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴ μοιρασιὰ τῆς περιουσίας. Ἐπιστρέφει ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς στὸ σπίτι καί, καθὼς φθάνει, ἀκούει τὶς γιορτὲς καὶ μαθαίνει ἀπὸ ἕνα παιδὶ ὅτι ὁ ἀδελφός του ἐπέστρεψε. Ἡ ζήλεια καὶ ὁ φθόνος, ποὺ γίνεται ὀργὴ καὶ μῖσος, τὸν κατακυριεύουν καὶ δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ χαρεῖ καὶ νὰ γίνει κοινωνὸς τῆς εὐτυχίας ποὺ βιώνει τὸ σπίτι του. Γι’ αὐτό, ὄχι μόνο ψυχικὰ ἀλλὰ καὶ σωματικὰ μένει ἔξω, ἀποξενώνεται. Πάλι ὁ Πατέρας, ὁ Θεὸς Πατέρας, κινεῖται πρὸς αὐτόν, τὸν βρίσκει καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ μπεῖ στὸ σπίτι, νὰ ἐπιστρέψει. Μάταια, ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλέον δὲ βλέπει τὸν Πατέρα του ὡς Πατέρα, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὸν ἀποκαλεῖ ἔτσι, ἀλλὰ τοῦ ἐπιτίθεται. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ τὸν κατηγορεῖ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη αὐτοδικαιώνεται ἐντάσσοντας τὸν βίο του σὲ ἕνα νομικίστικο πλαίσιο ἐργασίας καὶ ἀνταπόδοσης. Ἔχει χάσει τὴν οὐσιαστικὴ σχέση καὶ κοινωνία τόσο μὲ τὸν Πατέρα ὅσο καὶ μὲ τὸν ἀδελφὸ ὄχι εἰς “χώραν μακράν” ἀλλὰ μέσα στὸ σπίτι του· καὶ αὐτὸ διότι δὲν εἶναι δεκτικὸς τῆς θείας χάριτος καὶ ἀγάπης. Θὰ λέγαμε ὅτι καὶ ὁ δεύτερος Υἱός πάλι μᾶς θυμίζει τοὺς πρωτοπλάστους, ἐφόσον καὶ αὐτὸς ἀποξενώνεται καὶ αὐτονομεῖται ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ νομίζει ὅτι μὲ τὶς φαρισαϊκοῦ περιεχομένου πράξεις καὶ ἔργα του θὰ θεωθεῖ. Πραγματικά, μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι ἡ προσωπικότητά του ὁμοιάζει τόσο πολὺ μὲ ἐκείνη τοῦ Φαρισαίου ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῆς προηγούμενης Κυριακῆς.

Ὁ Χριστὸς σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου, εἶναι σὰν νὰ μᾶς δίνει τὸ κλειδί, γιὰ νὰ ξεκλειδώσουμε τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Σὰν νὰ μᾶς λέει, τί ἔπρεπε νὰ γίνει καὶ δὲν ἔγινε. Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ μᾶς θέλει κοντά Του, μᾶς ἀνοίγει τὸν δρόμο θυσιαστικὰ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε γιὰ νὰ δώσει τὴ δυνατότητα τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου κοντά Του καὶ νὰ μᾶς ὑποδείξει ποιὸς εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐπιστροφῆς στὴν αἰώνια πατρίδα, στοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. Γιατὶ ἡ ἀποστασία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν ἦταν θέμα μόνο τῶν πρωτοπλάστων, ἡ ἁμαρτία ἀποτελεῖ ζήτημα ὄχι μόνο ἀρχέγονο, ἀλλὰ εἶναι ζήτημα τοῦ καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Οἶκο τοῦ Πατρὸς γιὰ “ἄλλες χῶρες”.

Ἡ διήγηση τόσο τῆς πτώσης τῶν πρωτοπλάστων ὅσο καὶ τοῦ Ἀσώτου μᾶς καταδεικνύουν ὅτι:

  • Πρῶτον, ὁ καθένας μας εἶναι πλασμένος ἐλεύθερος. Εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἀποφασίζει μόνος του καὶ δὲν εἶναι προδιαγεγραμμένη ἡ ζωή του, δὲν ὑπάρχει μοῖρα. Ὑπάρχει ἐλευθερία ποὺ συνεπάγεται, ὅμως, τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὶς ἐπιλογές του. Ἡ ζωή του εἶναι ἐλεύθερη ὄχι ἀσύδοτη.
  • Δεύτερον, στὴν πορεία τῆς ζωῆς του ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ καὶ νὰ ἁμαρτήσει, δηλαδὴ νὰ κάνει λάθος, νὰ πέσει, νὰ ἔχει ἀστοχίες.
  • Τρίτον, ὅταν ἁμαρτάνει, σημαίνει ὅτι ἀστοχεῖ, δηλαδὴ χάνει τὸν στόχο του, τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς του, τὴ σχέση καὶ τὴν ἀγαπητικὴ κοινωνία του μὲ τὸν Θεό, τὴ Θέωση, τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ.

Σταυρωνόμαστε μὲ τὶς ἁμαρτίες, ἀλλὰ ἀνασταινόμαστε μὲ τὴ μετάνοια. Ὁ φιλάνθρωπος καὶ φιλεύσπλαχνος Θεός μας περιμένει κάθε στιγμὴ τὴ δική μας ἐπιστροφή, ὥστε μὲ μετάνοια, παρρησία καὶ ταπείνωση νὰ ὁμολογήσουμε: «Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου, ὁ δι᾽ ἐμὲ ἐν Σταυρῷ τὰς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας, ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρὸς ἀφαρπάσῃς με, καὶ τὴν πρώτην καταστολὴν ἐπενδύσῃς με, ὡς μόνος πολυέλεος»[9]. Καλὴ Μετάνοια!

[1] Εφ. 2, 19.
[2] Λουκ. 15, 17.
[3] Δοξαστικὸ αἴνων Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου.
[4] Ματθ. 7, 21.
[5] Εφ. 6, 6.
[6] Λουκ. 15, 20-21.
[7] Λουκ. 10, 19.
[8] Λουκ. 15, 10.
[9] Δοξαστικὸ αἴνων Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου.