2015_10_04 Κύριε δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | 2015-2016 Ἑσπερινές Ὁμιλίες | 2015_10_04 Κύριε δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι

«ΚΥΡΙΕ ΔΙΔΑΞΟΝ ΗΜΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΑΙ» (Λουκ. 11, 1)

Σεβαστοὶ πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Στὴν αὐγὴ τῆς παγκόσμιας ἱστορίας θ’ ἀνατρέξουμε, γιὰ νὰ πάρουμε τὸ νῆμα τῆς προσευχῆς. Ὅταν ὅλα εἶχαν δημιουργηθεῖ ἐκ τοῦ μηδενὸς στὶς πρῶτες πέντε ἡμέρες, τὴν ἔκτη ἡμέρα ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «χοῦν (λαβών) ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ἄνθρωπος εἰς πνοὴν ζῶσαν» (Γεν. 2, 7). Φέρ’τε μπροστά σας τὴν εἰκόνα· ἐμφυσᾶ ὁ Θεὸς στὸ πρόσωπο τὸ πλάσμα καὶ ὁ πηλὸς ζωντανεύει κι ἀνοίγει εὐθὺς τὰ μάτια του καὶ βλέπει. Τὶ βλέπει; Τὸ πρῶτο ποὺ βλέπει ὁ Ἀδὰμ ἀπέναντί του εἶναι ὁ Θεός· ὁρᾶ τὸν Θεόν, πρόσωπον πρὸς πρόσωπον. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελειότερη καὶ εὐγενέστερη προσευχή. Πλασθείς ὁ ἄνθρωπος «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» εἶναι πρόσωπο, ποὺ θὰ πεῖ ὄν νοούμενο καὶ ἐλεύθερο· ὄν σὲ σχέση καὶ ἀναφορὰ πρὸς τὸ πρωτότυπο, πρὸς το ἄλλο πρόσωπο.
Ἄν, λοιπόν, ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο ἐκ τοῦ μηδενός, εὔλογο εἶναι νὰ στρεφόμαστε πρὸς τὸν Δημιουργό, νὰ θεώμεθα τὸ πρόσωπο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὴ βούληση προήλθαμε εἰς τὸ εἶναι. Ὡστόσο, ἡ ὅραση γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦμε δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀρχή. Τὸ τέλος καὶ ἡ τελείωση τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ μετοχή μας στὴ θεία ζωή· ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο ὄν «νοούμενον» ἀλλὰ καί «θεούμενον».
Ἡ προσευχή – ἀδελφοί – «εἶναι ἱερώτατη πράξη στὴ ζωή μας· ἀποτελεῖ μοναδικὸ προνόμιο γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ προσεύχεται καὶ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Θεό… Στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς φαίνεται ἡ εὐγένεια τῆς καταγωγῆς μας, πὼς προήλθαμε δηλαδὴ ἀπὸ τὴ θέληση καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ· πὼς ἔχουμε συγγένεια μὲ τὸν Θεό, ἀφοῦ μᾶς ἔπλασε κατ’ εἰκόνα του, δηλαδὴ πρόσωπα, ποὺ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε μαζί του, ποὺ καὶ αὐτὸς εἶναι πρόσωπο» (Ἐπίσκοπος Διον. Ψαριανός). Διότι ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι μονόλογος· διάλογος εἶναι· τοῦ μιλοῦμε ἐμεῖς καὶ μᾶς μιλάει καὶ Ἐκεῖνος, κι ἄς μὴ μᾶς μιλάει φωναχτά· κράζει «ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν».
Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, στὴν προσευχὴ φαίνεται καὶ ἡ κατάπτωσή μας ἀπὸ τὴν πρώτη ἐκείνη κατάσταση τοῦ Παραδείσου. Μετὰ τὴν πτώση, ὅλες οἱ κακίες καὶ τὰ πάθη πέσανε ἀπάνω μας καὶ θέριεψαν τόσο, ποὺ ὁ νοῦς σκοτίσθηκε καὶ ἡ καρδιά μας σκλήρυνε, ὥστε νὰ μην ξέρουμε πιὰ τὸν τρόπο νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ μιλοῦμε στὸν Θεό, καθὼς οἱ πρωτόπλαστοι μιλούσανε μαζί του πρὶν τὴν παρακοή. Βέβαια, στὴν παλαιὰ ἐποχὴ ὁ Θεός «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1,1) συνομίλησε μὲ κάποιους ἐκλεκτούς του, ὅμως ὅλα αὐτὰ ἦταν τύπος καὶ σκιὰ καὶ προετοιμασία γιὰ τὰ μέλλοντα. «Χρειάσθηκε ὁ Θεὸς νὰ γίνει ἄνθρωπος, νά «λαλήσῃ ἡμῖν ἐν Υἱῷ» (Ἑβρ. 1,1) καὶ νὰ μᾶς διδάξει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ πῶς πρέπει νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ μιλοῦμε μαζί του·μὲ ποιὰ διάθεση καὶ μὲ ποιὰ συναίσθηση νὰ στεκόμαστε ἐνώπιόν του καὶ τὶ νὰ τοῦ λέμε στὴν προσευχή μας» (ὅ.π.). Κι ὄχι μόνο μᾶς δίδαξε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς ἔδειξε πῶς νὰ προσευχόμαστε, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἔστειλε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ μιλάει στὶς καρδιές μας καὶ νὰ μᾶς κατευθύνει νὰ προσευχόμαστε «καθ’ ὅ δεῖ».
Γενικῶς, ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶναι ὑπόδειγμα στάσεως ἐνώπιον τοῦ Πατρὸς καὶ ἔναντί μας· «ὑπόδειγμα γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα… καὶ ὑμεῖς ποιῆτε» (Ἰωαν. 13,15). Αὐτὸ θὰ παρακολουθήσουμε στὴ συνέχεια: τὶ εἶπε ὁ Ἰησοῦς περὶ τῆς προσευχῆς καὶ τὶ ἐποίησε.
Ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο τοποθετεῖ τὴν προσευχὴ στὰ κορυφαῖα τῆς διδασκαλίας του. Στὸ ὅτι πρέπει νὰ προσευχόμαστε, δὲν στέκεται ἰδιαίτερα· τὸ θεωρεῖ αὐτονόητο. Ἐκεῖνο ποὺ ὑπογραμμίζει ἐμφαντικότερα εἶναι ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς. Ἡ προσευχὴ δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐπιδεικτικά, γιὰ νὰ μᾶς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ θαυμάζουν τὴν ἁγιότητά μας. Αὐτὴ ἡ προσευχή, λέγει ὁ Χριστός, μισθὸ δὲν ἔχει. Γιὰ νὰ εἶναι ἡ προσευχή μας ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς, εὐπρόσδεκτη στὸν Θεό, ὀφείλει νὰ εἶναι ταπεινὴ καὶ ἀθόρυβη, «ἐν τῷ κρυπτῷ», μακρυὰ ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. «Καὶ ὁ Πατήρ … ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει ἡμῖν ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. 6,6). Ἀκόμη, ἡ προσευχὴ χρειάζεται τὴν ὑπομονή, τὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴν πίστη τῆς Χαναναίας, τοῦ Ἰαείρου καὶ τῶν λοιπῶν καὶ πρέπει νὰ ἀναπέμπεται ἀδιαλείπτως, «ἡμέρας καὶ νυκτός» (Λουκ. 18, 1-8). Ἡ προσευχή, ποὺ γίνεται μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ μὲ τὴν πίστη ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι καὶ παραμένει μαζί μας πάντοτε, «ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ», ἀποτελεῖ ἐπίσης ἀπαραίτητο ὅρο γιὰ νὰ εἶναι εἰσακουστή. Περαιτέρω, χρειάζεται προσοχή, ὥστε νὰ μὴν ξεπέφτει ἡ προσευχή μας σὲ βαττολογία, νὰ γίνεται δηλαδὴ φλυαρία καὶ μωρολογία. Ἄς μᾶς συγχωρεθεῖ νὰ ποῦμε ὅτι τὸν κίνδυνο τῆς βαττολογίας διατρέχουν περισσότερο ἐκεῖνοι ποὺ προτιμοῦν τὶς αὐτοσχέδιες προσευχές… Μιὰ τελευταία προϋπόθεση ποὺ θέτει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ εἰσακουσθεῖ ἡ προσευχή μας εἶναι νὰ ἔχουμε πρῶτα συγχωρήσει ἐκείνους ποὺ μᾶς ἔφταιξαν. «Ὅταν στήκητε προσευχόμενοι», λέγει, «ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατὰ τινος, ἵνα καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑμῖν τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Μάρκ. 11,25). Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἡ προσευχή μας εἰσακούεται· «αἰτεῖτε», λέγει, «καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε, κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν· πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται» (Ματθ. 7, 7-8). Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο: «Πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσετε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε» (Ματθ. 21,22). Ἀντιθέτως, χωρὶς τὶς προϋποθέσεις ποὺ θέτει ὁ Κύριος, ἡ προσευχή μας δὲν εἶναι εὐπρόσδεκτη.
Οἱ μαθητές, σαγηνευμένοι ἀπὸ τὴ διδαχὴ τοῦ Διδασκάλου περὶ προσευχῆς, ζήτησαν ἀπὸ αὐτὸν νὰ τοὺς διδάξει πῶς πρέπει νὰ προσεύχονται. «Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι» (Λουκ. 11,1). Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε: «Ὅταν προσεύχησθε λέγετε· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…» κ.τ.λ. Τὸ «Πάτερ ἡμῶν» ἀποτελεῖ ἐπιτομὴ τῆς ὅλης διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ περὶ προσευχῆς.
Καὶ μόνο ἡ προσφώνηση «Πατέρα» εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀτενίζει κανείς, ἕστω καὶ ἀτελῶς, τὴ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ γέρων Σωφρόνιος (Σαχάρωφ) λέγει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει οὐσιαστικὰ νὰ γίνεται ἄνθρωπος ὅταν μιλάει στὸν Δημιουργὸ καὶ τὸν καλεῖ Πατέρα. Αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ μάθημα, ἀγαπητοί μου, μᾶς ἔμαθε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅτι δηλαδὴ ὁ Θεὸς εἶναι πατέρας μας. «Πάτερ ἡμῶν». Αὐτὲς οἱ δύο λέξεις εἶναι μιὰ ὁμολογία! Ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πατέρας μας κι ἐμεῖς παιδιά του. Στὴ Θ. Λειτουργία, πρὸ τοῦ «Πάτερ ἡμῶν» ἀκοῦμε τὴν ἐκφώνηση ποὺ λέει· καὶ καταξίωσέ μας, Δέσποτα, νὰ τολμήσουμε νὰ σὲ ἐπικαλεσθοῦμε μὲ ἀκατάκριτη παρρησία καὶ νὰ σὲ φωνάξουμε Πατέρα. «Ποιὰ εἶναι τάχα ἡ ἀκατάκριτη παρρησία καὶ πῶς μποροῦμε νά ’χουμε τὴν τόλμη, γιὰ νὰ ποῦμε τὸν Θεὸ Πατέρα μας;» (Ἀπάντηση) «Ὅταν, μὲ τὴ χάρη του, βεβαιώνουμε στὸ βίο μας αὐτὴ τὴ συγγενική μας μὲ τὸν Θεὸ σχέση· γιατί, ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας, ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε παιδιά του, κι ὅταν ὅλοι εἴμαστε παιδιά του, εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί. Πατέρας σπλαγχνικός ἐκεῖνος πρὸς ἐμᾶς, ἀδέλφια σπλαγχνικὰ κι ἐμεῖς μεταξύ μας, ὡς παιδιὰ τοῦ Θεοῦ» (Ἐπισκ. Διον. Ψαριανός). Καὶ κάτι ἄλλο πρέπει νὰ προσέξουμε, ἀδελφοί, στό «Πάτερ ἡμῶν». Ἡ Κυριακὴ προσευχή, ὅπως λέγεται, δὲν εἶναι προσωπική – ἀτομικὴ ἄν θέλετε – προσευχή. «Πάτερ ἡμῶν» λέμε· δὲν λέμε «Πάτερ μου». Ὅλοι οἱ πιστοί, συναγμένοι ἐπὶ τὸ αὐτό, ἀναπέμπουμε στὸν κοινὸ Πατέρα «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» τὴν κοινή μας προσευχὴ κι εὐχαριστία. Καὶ στὶς κατ’ ἰδίαν προσευχές μας «πάτερ ἡμῶν» λέμε· διότι ποτὲ δὲν ἀποσπώμεθα ἀπὸ τὸ ἕνα Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, «ὅτι εἷς ἄρτος, ἕν σῶμα οἱ πολλοὶ ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν» (Α΄ Κορ. 10,17). Ἡ ἐπίκληση «Πάτερ ἡμῶν» εἶναι ἀπὸ μόνη της μιὰ πράξη πίστεως, καὶ δηλώνει τὴ σχέση ἀγάπης ποὺ συνδέει τὰ παιδιὰ μὲ τὸν Πατέρα. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ πρῶτα αἰτήματα τῆς προσευχῆς εἶναι διατυπώσεις δοξαστικές, ἀναφέρονται στὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὴ δόξα τοῦ Ὀνόματός του, στὸν ἐρχομὸ τῆς βασιλείας του καὶ στὴν ἐπικράτηση τοῦ θελήματός του «καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».
Τὸ ἑπόμενο αἴτημα εἶναι ὁ ἄρτος ὁ ἐπιούσιος. Ἄν ὁ ἐπιούσιος ἄρτος εἶναι τὸ καθημερινὸ ψωμὶ ἤ ἄν εἶναι ὁ οὐράνιος ἄρτος τῆς Εὐχαριστίας, ὅπως καὶ νά ’ναι, ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε «ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ». Τὸ γράφει στὸ Δευτερονόμιο καὶ τὸ ἐπιβεβαίωσε ὁ Χριστός. Γιὰ νὰ ζήσουμε χρειαζόμαστε πρωτίστως τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Θεὸν Λόγον. Ἄν δὲ ζητοῦμε τὸν ἀληθινὸ ἄρτο «τὸν καταβάντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ», ποὺ εἶναι «ἄρτος ζωῆς αἰωνιζούσης», τότε μᾶς λείπει καὶ τὸ καθημερινὸ ψωμί…
Ἀκολουθεῖ τὸ αἴτημα νὰ συγχωρήσει ὁ Θεὸς Πατὴρ τὶς ἁμαρτίες μας, καθὼς καὶ ἐμεῖς συγχωροῦμε τὶς ἀδικίες τῶν ἄλλων πρὸς ἐμᾶς. «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Εὔκολα τὸ λέμε, μὰ δύσκολα τὸ ἐφαρμόζουμε. Ὁ Χριστὸς κατέστησε σαφές, διὰ λόγων καὶ παραβολῶν, ὅτι: «ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε…, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ.6, 14-15. Βλ. καὶ Μάρκ. 11, 25-26).
Τὰ τελευταῖα δύο αἰτήματα τῆς προσευχῆς εἶναι: α) νὰ μὴ δώσει ὁ Θεὸς καὶ πέσουμε σὲ πειρασμό, καὶ β) νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τοῦ πονηροῦ. Ὁ πειρασμός, λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, εἶναι διττός· ὁ ἕνας ἐνήδονος (συνάπτεται μὲ τὴν ἡδονή), ὁ ἄλλος ἐνόδυνος (συνάπτεται μὲ τὴν ὀδύνη)· ὁ ἐνήδονος εἶναι μὲ τὴ θεληση τοῦ ἀνθρώπου καὶ γεννάει πάθη· ὁ ἐνόδυνος εἶναι ἀκούσιος –δὲν τὸν θέλουμε – καὶ ἀναιρεῖ τὰ πάθη. Τὸν ἐνήδονο πειρασμό (ἐπιθυμίες καὶ ἡδονές) πρέπει νὰ τὸν ἀποφεύγουμε, συμβουλεύει ὁ ἅγ. Πατήρ. Τὸν ἐνόδυνο πειρασμό (δοκιμασίες, θλίψεις καὶ ἀνάγκες) νὰ τὸν ἀπευχόμαστε μέν, κατὰ τὸ «ἀπελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ…», ἀλλ’ ὅταν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς καὶ ἔλθει, νὰ τὸν σηκώνουμε μὲ ὑπομονή, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰώβ καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων.
Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶναι ὑπόδειγμα στάσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὑπόδειγμα προσευχῆς. Ὁ Ἰησοῦς ὁμίλησε περὶ προσευχῆς καὶ συνάμα «ἐποίησε» προσευχήν. Ὅ,τι δηλαδὴ συνέβαινε πάντοτε καὶ μὲ ὅλα: ὁ Κύριος ἐδίδασκε ποιῶν καὶ ἐποίει διδάσκων. Ἡ διδαχή του ἦταν ἀληθινὸ ἔργο καὶ τὸ ἔργο του ἦταν πράγματι μία διδαχή. Προσευχήθηκε, λοιπόν, ὁ Κύριος καὶ μᾶς δίδαξε καὶ ἐμπράκτως πῶς νὰ προσευχόμαστε. Δὲν προσευχήθηκε λίγες φορὲς ἤ, ἕστω, πολλὲς φορές· ἦταν διαρκῶς προσευχόμενος. Ἦταν πάντοτε, «ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ», ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἀφοῦ οὐδέποτε χωρίσθηκε ἀπ’ αὐτόν. Καὶ τώρα, πού ’ναι ἐνθρονισμένος στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, μεσιτεύει ἀκαταπαύστως πρὸς αὐτὸν ὑπὲρ ἡμῶν.
Θὰ παρακολουθήσουμε τώρα τὸν Κύριό μας προσευχόμενο.
Ξεκινοῦμε μὲ τὴν τεσσαρακονθήμερη προσευχὴ στὴν ἔρημο. Μὲ τὴν ἔξοδό του στὴν ἔρημο, ὁ Ἰησοῦς θέλησε βέβαια νὰ προετοιμασθεῖ γιὰ τὴ δημόσια δράση του· ἀλλὰ θέλησε καὶ νὰ ζήσει τὰ διάφορα στάδια τῆς πορείας τοῦ Ἰσραήλ, ἀπὸ τὴν ἔρημο τῶν πειρασμῶν πρὸς τὴ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Ἔτσι, λοιπόν, ὅπως ἄλλοτε οἱ Ἑβραῖοι, ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ ἀνταπεξέλθει νικηφόρα στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Σατανᾶ. Ἐκεῖ, διατελῶν προσευχόμενος «ἡμέρας καὶ νυκτός», ξεπερνᾶ τὴ δοκιμασία· καί, ἀντίθετα μὲ τοὺς πατέρες του, μένει πιστός στὸν Πατέρα, προτιμώντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ ὑλικὸ ψωμί, τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Πατέρα ἀπὸ τὴν ἐπίδειξη δυνάμεως διὰ σημείων, καὶ τὴν ἀφοσίωση στὸν Κύριο καὶ Θεὸ ἀπὸ τὶς ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ πειράζων.
Ἡ ἀπόκρουση τοῦ Σατανᾶ ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας, ἀδελφοί, μᾶς δείχνει σὲ ποιὰ ἐμπόδια θὰ πρέπει νὰ θριαμβεύσει καὶ ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ προσωπική μας προσευχή. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὡς Ἐκκλησία ζοῦμε στὴν ἔρημο τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων τοῦ κόσμου τούτου· καὶ θὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ ζοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν ἔρημο μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ξανάρθει ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ θέσει τέρμα στὴν ἐξουσία τοῦ Σατανᾶ.
Μὴν πέσουμε, λοιπόν, στὸν πρῶτο (α) πειρασμό, ὅτι τάχα ὁ λαὸς ψωμὶ θέλει, δὲν θέλει λόγια καὶ κηρύγματα καὶ προσευχές…Ὁ λαὸς ἐκεῖνο ποὺ θέλει πρωτίστως εἶναι τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται ἐπειγόντως γιὰ νὰ ζήσει εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ οὐρανοῦ. Πρῶτα αὐτὰ καί … θὰ βροῦμε ἔπειτα καὶ τὸ ψωμί. Οὔτε στὸν δεύτερο (β) πειρασμὸ νὰ πέσουμε προκαλώντας τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ πιέζοντας τὸ θέλημά του πρὸς τὸ δικό μας θέλημα. Ἄν ἐκπειράζουμε τὸν Θεό, θὰ μᾶς ἀφήσει κάποια ὥρα νά … γκρεμοτσακισθοῦμε ἀπὸ τό … «πτερύγιο» τοῦ ναοῦ, ὅπου πιθανὸν ἔχουμ’ ἀνεβεῖ, μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ πειράζοντος. Καὶ στὸν τρίτο (γ) πειρασμὸ πρέπει νὰ θριαμβεύσουμε, προσκυνώντας καὶ λατρεύοντας μόνο τὸν ἀληθινὸ Θεὸ κι ἀπορρίπτοντας τὶς δελεαστικὲς προσφορὲς τοῦ Σατανᾶ.
Οἱ ἱεροὶ εὐαγγελιστὲς μᾶς πληροφοροῦν ὅτι ὁ Ἰησοῦς προσευχόταν πρὶν ἀπὸ κάθε σημαντικὸ γεγονὸς τοῦ βίου του, προσευχόταν παρουσίᾳ τῶν μαθητῶν ἀλλὰ καὶ μαζί τους· προσευχόταν στὶς Συναγωγές. Συχνὰ προσευχόταν «κατ’ ἰδίαν», «εἰς ἔρημον τόπον», «εἰς τὸ ὄρος» κ.τ.λ. Ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα νὰ ἀποσύρεται σὲ ἐρημικοὺς τόπους καὶ σὲ ὀρεινὲς περιοχές, προτιμώντας συνήθως τὶς νυκτερινὲς ὧρες. «Εἰς τὰ ὄρη ψυχὴ ἀρθῶμεν· δεῦρο ἐκεῖσε, ὅθεν βοήθεια ἥκει», ψάλλει ὁ ὑμνωδός. Φαίνεται, ἡ ἐρημία καὶ τὰ ὄρη προσφέρονται γιὰ μόνωση καὶ προσευχή. Οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ ἀσκητές μας ἔχουν ἀσφαλῶς πολλὰ νὰ μᾶς ποῦν περὶ αὐτοῦ … Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀνεβαίνει, τόσο κατεβαίνει ὁ Θεός· καὶ συναντιοῦνται, μέσα στὴ γαλήνη καὶ τὴ σιωπή, πρόσωπο μὲ πρόσωπο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο εἶναι – καθὼς εἴπαμε – ἡ πιὸ τέλεια προσευχή.
Μᾶς μένουν δυὸ ἀκόμα προσευχὲς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: ἡ μία εἶναι ἡ Ἀρχιερατικὴ λεγόμενη προσευχὴ καὶ ἡ ἄλλη ἡ ἐναγώνια προσευχὴ στὸν κῆπο τῆς Γεσθημανῆς.
1) Ἡ Ἀρχιερατικὴ προσευχή (Ἰωαν. κεφ. Ζ΄). Μετὰ τὴν Εὐχαριστία τοῦ Δείπνου ὁ Ἰησοῦς ὁμίλησε στοὺς μαθητὲς διὰ μακρῶν: α) γιὰ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει ἐν ὄψει τῶν δραματικῶν γεγονότων ποὺ θὰ ζοῦσαν ἐντὸς ὀλίγου καὶ β) γιὰ νὰ τοὺς προετοιμάσει γιὰ τὰ ἐμπόδια ποὺ ἔμελλον νὰ συναντήσουν, πορευόμενοι στὸν κόσμο ὡς ἀπόστολοι καὶ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου του. Πρόκειται γιὰ τὶς τελευταῖες ὑποθῆκες καὶ κατευθύνσεις τοῦ Διδασκάλου. Τὴ μακρὰ αὐτὴ διδασκαλία ἐπισφράγισε ὁ Υἱὸς μὲ θερμὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Πατέρα, εἰς ἐπήκοον τῶν μαθητῶν. Στὴν προσευχὴ αὐτή:
• Παρακαλεῖ τὸν Πατέρα, ὅπως, διὰ τῆς σταυρικῆς θυσίας του, τὸν δοξάσει καὶ ὡς ἄνθρωπο μὲ τὴ δόξα ποὺ εἶχε πλησίον του πρὸ καταβολῆς κόσμου.
• Παρακαλεῖ τὸν Πατέρα νὰ κρατᾶ τοὺς μαθητὲς στὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐμπεδώσει μέσα τους τὴν πίστη, ὅτι ὁ Διδάσκαλός τους εἶναι ἀληθινὸς Υἱός του, σταλμένος στὸν κόσμο ἀπὸ αὐτόν.
• Ζητεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα νὰ στηρίξει τοὺς μαθητὲς καὶ νὰ τοὺς φυλάξει ἀπὸ τὸν πονηρό, ὥστε νὰ μὴν ἀπολεσθεῖ κανένας τους.
• Παρακαλεῖ καὶ ὑπὲρ ὅλων ἐκείνων ποὺ θὰ πιστέψουν στὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καὶ θὰ δεχτοῦν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ποὺ ὁ Πατὴρ ἀπέστειλε στὸν κόσμο Σωτήρα καὶ Λυτρωτή.
• Ἰδιαιτέρως ἐνδιαφέρεται καὶ παρακαλεῖ γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν· «ἵνα ὧσιν ἕν» λέγει στὸν Πατέρα, «καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (Ἰωαν. 17,22). Θέλει καὶ ζητεῖ νὰ εἶναι ἑνωμένοι στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἀλλὰ καὶ στὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπη.
• Τὸ τελευταῖο καὶ πολὺ παρήγορο εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο θέλει -καὶ ζητεῖ ὡς χάρη – ἀπὸ τὸν Πατέρα γιὰ τοὺς ἀγαπημένους του μαθητές· «Πάτερ», λέγει, «οὕς δέδωκάς μοι θέλω ἵνα ὅπου εἰμί ἐγὼ κἀκεῖνοι ὧσι μετ’ ἐμοῦ» (Ἰωαν. 12, 24). Ὑπέροχη προσευχή· ἀληθινὴ μυσταγωγία.
Ἄν πιστεύουμε πὼς κι ἐμεῖς εἰμαστε συναριθμημένοι μετὰ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ἡ πίστη αὐτὴ μᾶς καλεῖ νὰ ἀκολουθήσουμε ὅσα εὔχεται ὁ Κύριος στὴν Ἀρχιερατική του προσευχή, ἡ ὁποία «ἀποτελεῖ μιὰ λειτουργία παγκόσμιας μεσιτείας» ( Π. Εὐδοκίμωφ).
2) Ἡ προσευχὴ στὴ Γεσθημανή. Τὸ «χωρίον» Γεσθημανὴ εἶναι ὁ τόπος ποὺ ἰδιαιτέρως καθαγίασε ὁ Θεάνθρωπος, μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὸν ἱδρῶτα τῆς ἐναγώνιας προσευχῆς του. Φθάνοντας στὸν τόπο τῆς προσευχῆς, «ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν». «Περίλυπος ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», εἶπε στοὺς μαθητές (Ματθ. 26, 37.38) καὶ τοὺς ζήτησε νὰ γρηγοροῦν καὶ νὰ προσεύχονται μαζί του. Αὐτὸς προχώρησε λίγο, «ὡσεὶ λίθου βολήν» (δηλαδὴ ὅσο εἶναι νὰ πετάξεις μιὰ πέτρα) καὶ «ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος» (Ματθ. 26,39). Ποιὸς μπορεῖ τώρα νὰ σκεφθῆ τί εἶπε ἐκεῖνες τὶς ὧρες ὁ Υἱὸς πρὸς τὸν Πατέρα, μὲ στεναγμοὺς ἀλάλητους; Γνωρίζοντας καλά ὅσα ἐπρόκειτο νὰ πάθει καὶ αἰσθανόμενος τὸ βάρος τῶν αἰώνων καὶ τῶν γενεῶν ἀπάνω του, εἶπε κάποια στιγμὴ πρὸς τὸν Πατέρα: «…εἰ δυνατὸν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο». Δὲν εἶναι αὐτὸ μιὰ στιγμὴ ἀδυναμίας· ὄχι. Ὁ Ἰησοῦς ἤξερε καλὰ τὴν ἀποστολή του, καί, βέβαια, προγνώριζε τὴν ἔκβαση τῶν γεγονότων ποὺ πλησίαζαν. Ἤδη εἶχε μιλήσει στοὺς μαθητὲς γιὰ τὴν Ἀνάστασή του. Ἀλλ’ αὐτὸ τό «παρελθέτω» ἦταν μιὰ φυσιολογικὴ ἀνθρώπινη διατύπωση, ἠθικῶς ἀδιάβλητη. Γιατὶ νὰ θέλει νὰ πάθει ὁ ἀθῶος; Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἀπόλυτα ἀθῶος εἶναι καὶ ἄκρως ταπεινὸς καὶ ὑπάκουος πρὸς τὸν Πατέρα, ὑποχωρεῖ τὸ ἀνθρώπινο στὸ θεῖο καὶ λέει· «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ». Ἡ ὥρα προχωρεῖ καὶ ὁ Ἰησοῦς «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο. Ἐγένετο δὲ ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν» (Λουκ. 22, 44-45). Οἱ μαθητές του ἔπεσαν σὲ ὕπνο· τοὺς καλεῖ ἐπανειλημμένως νὰ ἀγρυπνοῦν μαζί του προσευχόμενοι, γιὰ νὰ μὴν πέσουν σὲ πειρασμό, πλὴν ματαίως. Ἡ προσευχὴ τελειώνει ἐκεῖ, διότι «ἤγγικεν ἡ ὥρα» νὰ παραδοθεῖ.

Τὰ διδάγματα καὶ αὐτῆς τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ σημαντικά.
• Μποροῦμε σὲ δύσκολες στιγμὲς νὰ ποῦμε τὸ «παρελθέτω». Ὅμως, πρέπει νὰ προσθέσουμε καὶ τό «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
• Ἡ προσευχὴ εἶναι ἀγῶνας καὶ ἀγωνία· εἶναι δάκρυα καὶ ἱδρῶτας καὶ ὀδύνη ψυχῆς.
• Ἡ προσευχὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας κατάλογος μὲ αἰτήματα χρησιμοθηρικὰ καὶ ὠφελιμιστικά: νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ δυσκολία, ν’ ἀποφύγουμε τὴ δοκιμασία, νὰ γλυτώσουμε τὸ σταυρό…, γιὰ νὰ μὴν ποῦμε κι ἄλλα καὶ χάσει ἡ στιγμὴ τὴν ἱερότητά της. Ἡ προσευχὴ εἶναι θυσιαστική, ἔχει ἀγάπη, ἀγκαλιάζει ὅλο τὸν κόσμο, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀδιακρίτως· ζητεῖ τὴ σωτηρία ὅλων ἀνεξαιρέτως· καὶ τῶν ἐχθρῶν. Τὴν κοινὴ πανανθρώπινη ζωὴ ὀφείλουμε νὰ τὴ ζοῦμε ὡς προσωπική – δική μας ζωή. Ἔτσι συμμετέχουμε καὶ μοιραζόμαστε τὴν ἐναγώνια προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ὑπὲρ τοῦ κόσμου· ἔτσι γινόμαστε κοινωνοὶ τῶν παθημάτων του. Ἔτσι ἐκπληρώνεται ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ «ἵνα (πάντες) ἕν ὧσι, τετελειωμένοι εἰς ἕν»( Ἰωάν.17, 21-23): ὅταν αἰσθανόμαστε ἀπάνω μας τοὺς πόνους τῶν ἀνθρώπων ἁπανταχοῦ τῆς γῆς.
• κι ἕνα ἀκόμα, τελευταῖο: ἄν πέσουμε στὸν ὕπνο τῆς ῥαθυμίας καὶ δὲν ἀγρυπνοῦμε στὴ ζωή μας μετὰ τοῦ Ἰησοῦ προσευχόμενοι, κινδυνεύουμε νὰ κλεισθοῦμε «ἔξω τῆς Βασιλείας» καὶ νὰ παραδοθοῦμε στὸ θάνατο, καθὼς τὸ ψέλνουμε τὴ Μ. Ἑβδομάδα στὴν ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου.

Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ συνεχίζεται ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ὅταν συγχωρεῖ τοὺς σταυρωτές του «πάτερ ἄφες αὐτοῖς», καὶ τελειώνει μὲ τό… «τετέλεσται», ὅταν παραδίδει τὸ πνεῦμα του στὸν Πατέρα: «Κύριε, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου».
Σεβαστοὶ Πατέρες· ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, μᾶς δίδαξε πῶς νὰ προσευχόμαστε. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἀνυπέρβλητος Διδάσκαλος καὶ τὸ μοναδικὸ πρότυπο προσευχῆς. Μάθαμε άπὸ αὐτὸν ὅτι ἡ προσευχὴ ἀνακαινίζει καὶ ζωογονεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ μέλη της, καθαρίζει τὶς καρδιές μας καὶ θερμαίνει ἐντός μας τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα, ποὺ με τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα του ἔρχονται καὶ κατοικοῦν σ’ ἐμᾶς σὰν σὲ ναό (Ἰωάν. 14, 23), καὶ ἔτσι γινόμαστε πράγματι «ναὸς Θεοῦ ζῶντος» (Α΄ Κορ. 6, 19· Β΄ Κορ. 6, 16). Συνεπῶς, μποροῦμε συμπερασματικὰ νὰ ποῦμε πὼς ἡ προσευχὴ κατεβάζει τὸν Θεὸ στὴ γῆ κι ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό.
Οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὁ πυρήνας τῆς πρώτης Ἐκκλησίας ἀντελήφθησαν τὴ σημασία αὐτῆς τῆς ἱερῆς λειτουργίας, τῆς προσευχῆς καί, ἤδη μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἐπιστρέφοντας στὴν Ἱερουσαλήμ, «πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει, σὺν γυναιξὶ καὶ Μαρίᾳ τῇ μητρὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ» (Πραξ. 1, 14). Ἡ ὁμαδικὴ ἐκείνη προσευχὴ προετοίμαζε εἶν’ ἀλήθεια τὴν Πεντηκοστή, ἡ ὁποία ἦλθε στὴν ὥρα της καὶ ἔκτοτε μένει στὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ μένει μέχρι τοὺς ἔσχατους καιρούς. Ὡς τότε ἡ Ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, μὲ τοὺς Ἁγίους της καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς της, συναγμένη στὴν Εὐχαριστία, προσμένει τὴν Παρουσία τοῦ Κυρίου της μὲ τὴν προσευχή· «ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ» (Ἀποκ. 22, 20). Ὅταν ἐκεῖνος ἔλθει καὶ ἀνακεφαλαιώσει «ἐν ἑαυτῷ» τὰ πάντα, τότε οἱ υἱοὶ τοῦ Νυμφῶνος θὰ εἰσέλθουμε μετ’ αὐτοῦ στὴ Βασιλεία, «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἡ ἀνέκφραστος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τὸ ἄρρητον κάλλος τοῦ προσώπου» του (εὐχὴ μεσονυκτικοῦ). Ἐκεῖ ἡ προσευχὴ θὰ φτάσει στὸ ὑπερτέλειο πλήρωμά της. Τότε πιὰ δὲν θὰ αἰτούμεθα· ἀλλὰ θὰ θεώμεθα τὸν Θεό «καθὼς ἐστι», «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον», μέτοχοι ὄντες καί «κοινωνοί θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρ. 1,4).

ΓΕΝΟΙΤΟ

Πρωτοπρεσβυτέρου Λάμπρου Χ. Τσιάρα
Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἰωαννίνων