2015_11_01 Μετάνοια καί Προσευχή

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | 2015-2016 Ἑσπερινές Ὁμιλίες | 2015_11_01 Μετάνοια καί Προσευχή

Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἰωαννίνων
κ.κ. Μαξίμου

«Μετάνοια καὶ Προσευχή»

Σεβαστοὶ Πατέρες, Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί, γιὰ μία ἀκόμα Κυριακή μᾶς ἀξιώνει ὁ Θεὸς νὰ συνευρεθοῦμε ἐν προσευχητικῇ συνάξει καὶ νὰ ἐκζητήσουμε τὸ ἔλεός Του. Καὶ ταυτόχρονα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, συνεχίζουμε τὴν πνευματικὴ ἐργασία μας, προσεγγίζοντες τὸ μυστήριο τῆς προσευχῆς, τὴν πνευματικὴ αὐτὴ ἐργασία πού μᾶς καθιστᾶ συνόμιλους τοῦ Θεοῦ, σὲ κάθε στιγμὴ καὶ περίσταση καὶ τόπο. Σήμερα, θὰ ἐπιχειρήσουμε μία ἐμβάθυνση τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἐμπειρίας τῆς προσευχῆς σὲ σχέση μὲ τὴν ἐσωτερική μας στάση, σὲ σχέση μὲ τὴν κατάσταση μετανοίας. Τὸ θέμα τῆς σημερινῆς ὁμιλίας ἔχει διατυπωθεῖ ὡς ἑξῆς: «Μετάνοια καὶ Προσευχή» ἢ, ἂν ἐπιθυμεῖτε, «Προσευχὴ καὶ Μετάνοια».

Θὰ μπορούσαμε νὰ προσεγγίσουμε τὸ θέμα καὶ μὲ τὶς δυὸ μορφές, διότι κυριολεκτικῶς πρόκειται γιὰ δυὸ ἀλληλοδιαδεχόμενες καταστάσεις, δυὸ ἐνέργειες τοῦ πνεύματός μας, ποὺ ἀλληλοενισχύονται καὶ ἡ μία στηρίζει καὶ προάγει τὴν ἄλλη. Ὅσο πιὸ ἔντονη γίνεται ἡ προσευχή, τόσο ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ καὶ βαθαίνει τὴ Μετάνοια καὶ ὅσο βαθαίνει ἡ Μετάνοια, τόσο προσελκύεται ἡ Χάρις καὶ ἐγκατοικεῖ ἐν τοῖς ἐγκάτοις ἡμῶν, ὥστε νὰ ἐνεργεῖται ἡ προσευχή, ἡ συνομιλία μὲ τὸν Θεό, ἡ ἐπικοινωνία μὲ Ἐκεῖνον καὶ ἡ διαμονὴ ἡμῶν ἐν τῷ Θεῷ! Στὶς προηγηθεῖσες ὁμιλίες, στὴ σειρὰ αὐτὴ ποὺ ἔχει ὡς βασικὸ ἄξονα καὶ θέμα τὴν προσευχή, γευτήκαμε ἤδη τοὺς καρποὺς ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως αὐτὴ δίδεται, χαρίζεται ἀπὸ τὸν Κύριο, μὲ τρόπο ἀποκαλυπτικὸ καὶ συγκλονιστικό, μὲ τρόπο γλυκὺ καὶ εὐώδη, καὶ ὅπως κατόπιν περιγράφεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Σήμερα θὰ συνεχίσουμε τὴν ἐργασία μας βασιζόμενοι καὶ πάλι στὸν ἀσφαλῆ πνευματικὸ χῶρο τῆς ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων, στὶς μαρτυρίες τους, στὰ συγγράμματά τους, στὰ ἀποφθέγματά τους, στὶς συμβουλὲς καὶ τὶς διδαχές τους.

Στὴν πορεία τῆς ζωῆς κάθε ἀνθρώπου, ὑπάρχουν πολλὲς προκλήσεις καὶ πολλὲς παγίδες, τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε, νὰ πάρουμε θέση, νὰ ἐπιλέξουμε δρόμο καὶ τρόπο, νὰ τὶς ἀποφύγουμε. Καὶ πάντοτε ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ πλανηθοῦμε μὲ σοβαρὲς συνέπειες γιὰ τὴν ὕπαρξή μας καὶ γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, τῶν συνανθρώπων μας, τῶν ἀδελφῶν μας. Μέσα στὴ διαδικασία καὶ τὴν πορεία τῆς ζωῆς λάθη καὶ πάθη μᾶς τραυματίζουν, ἐνίοτε θανάσιμα, ἐξαρτήσεις καὶ συνήθειες γίνονται αἰτία ἐγκλωβισμοῦ καὶ συνδυάζονται μὲ ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς καταστάσεις δυσάρεστες, ἐπίπονες, λιγότερο ἢ περισσότερο βασανιστικὲς ἢ καὶ τραγικές. Μέσα σὲ τέτοιες συνθῆκες ψάχνουμε νὰ βροῦμε βοήθεια, στήριγμα, παρηγορία, δύναμη, τρόπο ἀπεγκλωβισμοῦ, σημεῖο ἀναφορᾶς, συμβουλὴ καὶ καθοδήγηση.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας εἶναι ταμειοῦχος τῆς Θείας Χάριτος, εἶναι ὁ τόπος καὶ ὁ χῶρος, ὅπου μποροῦμε νὰ βροῦμε ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχει ἀνάγκη κάθε ἄνθρωπος γιὰ νὰ βρεῖ τὸ δρόμο του, τὴν πορεία του, τὸ στήριγμα καὶ τὴ συμβουλὴ ποὺ χρειάζεται. Ὁ Λόγος, «ὁ μονογενὴς υἱός, ὁ ὤν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός», (αὐτὸς ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ), Ἐκεῖνος ἐξηγήσατο (Ἰωάν. 1,18), ἀποκάλυψε καὶ φανέρωσε, ἀποκαλύπτει καὶ φανερώνει αὐτό, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπαραίτητο καὶ ἀναγκαῖο γιὰ τὴ ζωή μας, τὴ μετοχή μας στὴν ὄντως ζωή. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ νοηματοδοτήσει τὴ ζωή μας, νὰ τὴν ἀλλάξει καὶ νὰ τῆς δώσει περιεχόμενο.

Μέσα στὴν πορεία τῆς ζωῆς παρέχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ βιωματικὰ καὶ ἐμπειρικὰ στοιχεῖα τῆς μετοχῆς στὴν ὄντως ζωή, σὲ ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦν πραγματικά, ποὺ ψάχνουν τὴν ἀλήθεια, χωρὶς νὰ ἐπαναπαύονται σὲ συνειδησιακοὺς συμβιβασμοὺς καὶ ψεύτικες δικαιολογίες. Ἡ ἀγωνία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, τοὺς ὁδηγεῖ στὴν ἔρευνα καὶ τὴν ἀναζήτηση ἀπαντήσεων, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά, μέσα ἀπὸ τὴν ἀμφισβήτηση τοῦ ἐγὼ καὶ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐπανάπαυσης στὰ δεδομένα καὶ τὰ κεκτημένα. Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν ἀνάγκη τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μετανοίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγωνιώδους ἀναζήτησης τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀμφισβήτησης μίας ἐγωιστικῆς καὶ αὐτιστικῆς στάσης ζωῆς, στάσης ἐγκλωβισμοῦ καὶ αἰχμαλωσίας, πνευματικῆς καὶ πρακτικῆς, ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς, ποὺ ἀφορᾷ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους ἀλλὰ καὶ τὸ περιβάλλον μας, τοὺς συνανθρώπους μας, τὴν κοινωνία μας, τὸν κόσμο καὶ τὴ δημιουργία ὁλόκληρη. Ἤδη ἡ μετάνοια σημαίνει ἕναν ἄλλο τρόπο νόησης, ἕναν ἄλλο τρόπο κατανόησης τῆς ζωῆς, τῶν σχέσεων, τῶν γεγονότων, τῶν πραγμάτων. Ὄχι, ὅμως, ἕναν ὁποιονδήποτε ἄλλο τρόπο νόησης, ἀλλὰ ἕναν συγκεκριμένο. Ἕναν τρόπο νόησης ποὺ δίδεται ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς, ὁ δημιουργός, ὁ συντηρητὴς καί, ταυτόχρονα, ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀλήθεια. Καὶ ἡ προσευχή, συνιστᾷ κατὰ κάποιον τρόπο καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἀδυναμίας μας νὰ λύσουμε τὰ θέματά μας, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά, μόνοι μας. Εἶναι μία κραυγὴ ἀγωνίας, μία φωνὴ γιὰ βοήθεια, μία ἔκκληση γιὰ στήριξη καὶ ὑποστήριξη, μία συστολὴ τοῦ ἐγώ, μία ἀναζήτηση κοινωνίας καὶ ἐπικοινωνίας ἐν πνεύματι ταπεινώσεως. Ὄχι, ὅμως, μία κραυγὴ στὸ κενό, ἀλλὰ μία φωνὴ σὲ κάποιον ποὺ ἀκούει τὰ πάντα, ὁποτεδήποτε, ὁπουδήποτε, καὶ μπορεῖ νὰ ἀπαντήσει, ὅταν καὶ ὅπως Ἐκεῖνος κρίνει ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο. Ὁ Χριστὸς εἶναι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ φωτίσει τὸ νοῦ μας, νὰ ἀκούσει καὶ νὰ ἀπαντήσει στὶς ἐκκλήσεις μας καὶ νὰ δώσει πραγματικὸ νόημα καὶ ἀξία στὴ ζωή, ἕνα νέο νόημα μὲ ἀξία αἰώνια. Θὰ κάνουμε, λοιπόν, μία προσέγγιση τοῦ θέματός μας, μέσα ἀπὸ κάποιους Θεοφόρους Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι γνώρισαν βιωματικὰ καὶ ἐμπειρικὰ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἔγιναν συνόμιλοί Του, ἀνορθώθηκαν ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς πτώσης, βίωσαν τὴν πνευματικὴ ἀνάσταση καὶ ἔγιναν μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου. Αὐτοὶ εἶναι ἀσφαλεῖς ὁδηγοὶ καὶ γιὰ τὴ δική μας πορεία συνάντησης μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀπλανεῖς, φωτισμένοι, ἁγιασμένοι, διδάσκαλοι ἀληθινοί. Θὰ παρακολουθήσουμε μέσα ἀπὸ τὶς διδαχές τους πῶς ὁ ἄνθρωπος ἀνορθώνεται ἀπὸ τὴν πτώση μὲ τὴ μετάνοια, καὶ πῶς ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ μία ἀπαραίτητη στάση ζωῆς, ποὺ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ γίνει βατῆρας καὶ προωθητῆρας τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, τῆς πνευματικῆς μας προόδου καὶ ἐνηλικίωσης. Ὁ ἄνθρωπος τῆς πτώσης βρίσκεται χαμηλά, παραδομένος σὲ κοσμικὲς ἐνασχολήσεις καὶ ἐνδιαφέροντα. Ὅταν αἰσθανθεῖ τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρχίσει νὰ ἔρχεται σὲ συναίσθηση, προσπαθεῖ νὰ ἀρθεῖ ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς πτώσης καὶ νὰ συναντήσει Αὐτὸν τὸν Λόγο, στρέφοντας πρὸς Ἐκεῖνον τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ἐπιθυμία του. Ἐκεῖ κάπου θὰ γίνει ἡ πρώτη πρόσκληση ἀπὸ τὸν Χριστό.

Ἂς ἀκούσουμε καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ τὰ περὶ μετανοίας καὶ προσευχῆς μὲ ὑπόδειγμα τὸν Ζακχαῖο τὸν τελώνη:

Ὁ τελώνης Ζακχαῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ εἰσπράττει φόρο ἀπὸ τὴν κτίση τοῦ Θεοῦ γιὰ δική του ἀπόλαυση. Ἀκούει, ὅμως, ὅτι ὁ Λόγος περνᾷ καὶ ἀνεβαίνει πάνω στὴ μουριά, ὅταν γεννηθεῖ μέσα του ὁ λόγος τῆς μετανοίας. Πείθει, δηλαδή, τὸν ἑαυτό του νὰ ὑψωθεῖ πάνω ἀπὸ τὸ φρόνημα τῆς σάρκας, γιατί αὐτὸ εἶναι ἡ ἄνοδος στὴ συκομορέα. Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ δεῖ εὔκολα τὸν Λόγο καὶ θὰ ἀκούσει τό «κατέβα γρήγορα» («σπεύσας κατάβηθι», Λκ.19,5), δηλαδή, ἂν ποθεῖς νὰ μὲ δεχτεῖς ὁλόκληρο μέσα στὸ σπίτι σου, μὴ νομίσεις πὼς φτάνει νὰ ὑψωθεῖς μόνο πάνω ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα, ἀλλὰ βάδισε μαζί μου καὶ μὲ τὴ συνοδεία τῶν ἀρετῶν. Ἡ δήλωση τοῦ τελώνη «ἀποδίδω στὸ τετραπλάσιο» («ἀποδίδωμι τετραπλοῦν», Λκ.19,8) δηλώνει ὅτι ἀποδίδει χρησιμοποιῶντας τὶς τέσσερις ἀρετὲς γιὰ τὴν κατόρθωση τῶν ἀγαθῶν ἔργων, δηλαδή: γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῆς (δαιμονικῆς) ἐνέργειας τν γκράτεια, γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῆς συγκατάθεσης τῶν λογισμῶν τν προσευχή, γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν (κοσμικῶν) ἐντυπώσεων τν προσεκτικ νάγνωση (ἱερῶν κειμένων), γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῆς φαντασίας, ἐπίσης, τν προσευχή. Ἐννοεῖ, δηλαδή, μία μέθοδο πρακτική, φυσική, θεολογικὴ καὶ εὐκτική, ἐξ ὧν ἡ εὐκτικὴ εἶναι ἀνώτερη, διότι συνάπτει μὲ τρόπο ἄγνωστο τὴν ψυχὴ μὲ τὸν Θεό (Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Πεύσεις καὶ Ἀποκρίσεις, Ἐρώτηση 46η, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν, Ἔκδ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 80-81).

Μετάνοια καὶ προσευχὴ συνάπτονται καὶ ἡ μία βοηθᾷ τὴν ἄλλη, ἐφόσον ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος στὸν λόγο περὶ Μετανοίας μᾶς διδάσκει: «Ἂς προσέξουμε ὅλοι καί, ἰδιαίτερα, ὅσοι γνωρίσαμε πτώσεις, νὰ μὴν προσβληθεῖ ἡ καρδιά μας ἀπὸ τὴ νόσο τοῦ ἀσεβοῦς Ὠριγένους (ποὺ πρέσβευε ὅτι ὑπάρχει ἀλλαγὴ καταστάσεως τῶν ψυχῶν μετὰ τὸν θάνατο). Διότι ἡ βδελυκτὴ αὐτὴ νόσος, προσβάλλοντας τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, γίνεται εὐπρόσδεκτη στοὺς φιλήδονους. Μὲ τὴ μελέτη μου καὶ τὴν περισυλλογή μου θὰ ἀνάψει μέσα μου πῦρ. Μᾶλλον μὲ τὴ μετάνοιά μου θὰ ἀνάψει μέσα μου τὸ πῦρ τῆς προσευχῆς καὶ αὐτὸ θὰ κάψει κάθε ἁμαρτία.» (Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Περὶ Μετανοίας, Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, 1992, σελ. 133).

Κατὰ τὸν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἡ προσευχὴ εἶναι καί «σύστασις καὶ διατήρησις τοῦ κόσμου, συμφιλίωσις μὲ τὸν Θεόν, μητέρα τῶν δακρύων καθὼς ἐπίσης καὶ θυγατέρα, συγχώρησις τῶν ἁμαρτημάτων, γέφυρα ποὺ σῴζει ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, τεῖχος πού μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς θλίψεις, συντριβὴ τῶν πολέμων…, πηγὴ τῶν ἀρετῶν, πρόξενος τῶν χαρισμάτων, ἀφανὴς πρόοδος, τροφὴ τῆς ψυχῆς, φωτισμὸς τοῦ νοῦ…, καθρέπτης τῆς πνευματικῆς προόδου, δήλωσις τῆς πνευματικῆς καταστάσεως…κλπ.» (Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Περὶ Προσευχῆς, Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, 1992, σελ. 355). Πάντα, λοιπόν, ἡ προσευχὴ συνδέεται μὲ τὴ συμφιλίωση μὲ τὸν Θεό, μὲ τὴ μετάνοια, μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, μὲ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων, μὲ τὴ νίκη κατὰ τῶν θλίψεων πού μᾶς προξενεῖ ὁ πειρασμὸς καὶ οἱ πτώσεις, μὲ τὴν πνευματική μας πρόοδο.

Στὸν αὐτὸ λόγο περὶ προσευχῆς ἄλλωστε ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει καὶ τὰ ἑξῆς: «Πρὶν ἀπὸ ὅλα ἂς βάλωμε στὸν κατάλογο τῆς δεήσεώς μας (προσευχῆς) τὴν εἰλικρινῆ εὐχαριστία. Στὴ δεύτερη σειρὰ τὴν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὴ συντριβὴ τῆς ψυχῆς μας μὲ συναίσθηση. Καὶ ἐν συνεχείᾳ ἂς ἀναφέρωμε τὰ αἰτήματά μας πρὸς τὸν Παμβασιλέα. Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς προσευχῆς εἶναι ἄριστος, ὅπως ἀπεκαλύφθη σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ἀπὸ Ἄγγελον Κυρίου.» (Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Περὶ Προσευχῆς, Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, 1992, σελ. 357). Πόσες προσευχὲς ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας μέσα στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες, ποὺ ἀκολουθοῦν ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ σχῆμα ἀνάπτυξής τους. Δοξολογικὲς εὐχὲς γιὰ ὅ,τι μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς ποὺ συνδυάζονται μὲ καθαρτικὲς εὐχὲς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, μὲ τὴν ὁμολογία τῆς ἀναξιότητάς μας καὶ μὲ τὸ αἴτημα τῆς ἔκχυσης τοῦ θείου ἐλέους, πρὸς συγχώρηση, φωτισμὸ καὶ ἁγιασμό. Σὲ ὅλες τὶς ἀκολουθίες, ἰδιαιτέρως στὴ δομὴ τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀκολουθεῖται ἀπαρεγκλίτως αὐτὴ ἡ προσευχητικὴ διάταξη! Ἡ σοφία καὶ ἡ πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀποκρυσταλλωμένη καὶ ἀποτυπωμένη μέσα στὸ λειτουργικὸ καὶ μυστηριακὸ τυπικὸ καὶ τὴ νυχθήμερο ἀκολουθία. Χαρακτηριστικὲς εἶναι οἱ εὐχὲς ποὺ διαβάζονται στὶς χειροτονίες καὶ τῶν τριῶν βαθμῶν ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ὄρθρου, ὅπως ἐπίσης καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.

Συνεχίζει, ὅμως, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης: «Μὴν προσεύχεσαι μὲ παρρησία, ἔστω καὶ ἐὰν διαθέτῃς καθαρότητα. Ἀντιθέτως, πλησίασε μὲ πολλὴ ταπεινοφροσύνη καὶ ἔτσι θὰ ἀποκτήσεις περισσότερη παρρησία. Καὶ ἐὰν ἀκόμη ἔχεις ἀνεβῇ ὅλη τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν, καὶ τότε πάλι νὰ προσεύχεσαι ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σου, ἀκούοντας τὸν Παῦλο νὰ βοᾷ “Ἁμαρτωλῶν πρῶτος εἰμὶ ἐγώ”» (Α΄ Τίμ., 1,15. ὅπ. ἄν. σελ.358). Πάλι, ἐναργέστατα στὶς συμβουλὲς τοῦ Ἁγίου εἶναι παρὸν τὸ στοιχεῖο τῆς ταπείνωσης, τῆς συντριβῆς, τῆς μετανοίας.

Σημαντικὸ στοιχεῖο ποὺ συνδέεται μὲ τὴ μετάνοια εἶναι καὶ ἡ συγχώρηση. Ἔτσι καὶ ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κακία καὶ μνησικακία. «Ὅταν ξεκινᾷς νὰ σταθεῖς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἂς εἶναι ὁ χιτὼν τῆς ψυχῆς σου ὑφασμένος μὲ τὸ νῆμα ἢ μᾶλλον μὲ τὸ λῆμμα τῆς ἀμνησικακίας. Εἰ δὲ μή, τίποτε δὲν πρόκειται νὰ ὠφεληθῆς ἀπὸ τὴν προσευχή. Ὅλο τὸ ὕφος καὶ τὸ λεκτικό τῆς προσευχῆς σου ἂς εἶναι ἀνεπιτήδευτο, διότι ὁ τελώνης καὶ ὁ ἄσωτος μὲ ἕναν μόνο λόγο συμφιλιώθηκαν μὲ τὸν Θεόν.» (ὅπ.ἄν. σελ. 356).

Πόση σημασία ἔχει ἡ συγχώρηση, τὸ ἐπανέλαβε πολλάκις ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Μτ. 6,14-15, Μκ. 11,24-25, Λκ. 12,10), ἀλλὰ καὶ στὴν Κυριακὴ Προσευχὴ χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ σχέση συγχωρήσεως τῶν ἀδελφῶν μας μὲ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας: (Μτ. 6,12) «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ὁ Κύριος ἄλλωστε εἶναι Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐδίδαξε τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς (Μτ. 5,44, Λκ. 6,27, καὶ 6,35). Ὁ Ἱερὸς Πατήρ (Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος) τὸ ἐπαναλαμβάνει μὲ τὸν δικό του τρόπο συνδέοντάς το μὲ τὴν ἐργασία τῆς προσευχῆς: «Ἐὰν ἀδιάκοπα προσεύχεσαι στὸν Βασιλέα κατὰ τῶν ἐχθρῶν σου, ὁσάκις ἔρχονται νὰ σὲ πειράξουν, ἔχε θάρρος καὶ δὲν πρόκειται νὰ κοπιάσεις πολύ. Διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ κοντά σου σύντομα, ἐπειδὴ δὲν θέλουν οἱ ἀνόσιοι νὰ σὲ βλέπουν νὰ στεφανώνεσαι πολεμῶντας ἐναντίον τους μὲ τὴν προσευχή. Ἐπὶ πλέον θὰ φύγουν καὶ ἐπειδὴ τοὺς μαστιγώνει ἡ προσευχὴ σὰν φωτιά» (ἐδῶ, βεβαίως, γίνεται λόγος καὶ γιὰ τοὺς καθημερινοὺς ἐχθροὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἀοράτους ἐχθροὺς τοῦ ἀνθρώπου, τοὺς δαίμονες!).

Γράφει ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης: «Ὁ Κύριος θέλει νὰ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον. Καὶ ἂν σκέπτεσαι ὅτι ὁ Κύριος τὸν ἀγαπᾷ, σημαίνει πὼς ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου εἶναι μαζί σου. Καὶ ἂν σκέπτεσαι ὅτι ὁ Κύριος ἀγαπᾷ πολὺ τὸ πλάσμα Του καὶ συμπονᾷς καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος κάθε κτίσμα καὶ ἀγαπᾷς τοὺς ἐχθρούς, ἐνῷ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου χειρότερο ἀπ’ ὅλους, αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἶναι μαζί σου ἡ μεγάλη Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅποιος ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔστω καὶ λίγο, αὐτὸς θλίβεται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο ἡμέρα καὶ νύχτα καὶ ἡ καρδιὰ του σπλαχνίζεται κάθε δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνωρίζουν τὸν Θεὸ ἢ καὶ ἐναντιώνονται πρὸς Αὐτόν, καὶ γι αὐτὸ πορεύονται στὸ πῦρ τῶν βασάνων. Αὐτὸς προσεύχεται γι αὐτοὺς ἡμέρα καὶ νύχτα, περισσότερο ἀπὸ ὅσο γιὰ τὸν ἑαυτό του, νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο.» (Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2008, σελ. 428).

Ἔτσι, ὁ Ἅγιος συνδέει τὴν προσευχὴ μὲ τὴ μετάνοια, μὲ τὴ συγχώρεση καὶ τὴν προσευχὴ γιὰ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τὸν κόσμο. Πρόκειται γι αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ ἑνότητα γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς προσευχήθηκε θερμὰ στὴν Ἀρχιερατική Του προσευχή, ἐκεῖνο τὸ βράδυ ποὺ παρέδωσε τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πρὸ τοῦ Πάθους Του.

«Ἐγώ», λέει, «γνώρισα πὼς ἡ προσευχὴ εἶναι εὔκολη, γιατί βοηθᾷ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾷ ὑπερβολικὰ καὶ μᾶς ἀξιώνει νὰ συνομιλοῦμε μαζί Του μὲ τὴν προσευχὴ καὶ νὰ μετανοοῦμε καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦμε. Ἀδυνατῶ νὰ περιγράψω πόσο πολύ μᾶς ἀγαπᾷ ὁ Κύριος. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ γνωρίζεται μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ποὺ προσεύχεται γνωρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.» (ὅπ.ἄν. σελ. 369).

Ὅταν δὲν ὑπάρχει μετάνοια, ὁ ἄνθρωπος πέφτει στὴν ὑπερηφάνεια, ἐκπίπτει ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ταπείνωση μὲ ὀλέθρια ἀποτελέσματα γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Γράφει καὶ πάλι ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης: «Ἡ ψυχὴ ποὺ ἔχασε τὴν ταπείνωση στερεῖται συγχρόνως καὶ τὴ Χάρη καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, καὶ τότε σβήνει ἡ πύρινη προσευχή. Ὅταν, ὅμως, ἡ ψυχὴ ἀποκτήσει τὴν ταπείνωση καὶ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, τότε ὁ Κύριος θὰ τῆς δώσει τὴ Χάρη Του καὶ ἡ ψυχὴ θὰ προσεύχεται μὲ θερμὰ δάκρυα γιὰ τοὺς ἐχθρούς της, ὅπως καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό της ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο.» (ὅπ.ἄν. σελ.369).

Γράφει ἀκόμα ὁ Ἅγιος ἀποδεικνύοντας τὴ σχέση μετανοίας, συγχωρήσεως καὶ προσευχῆς μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον καὶ τοὺς ἐχθρούς: «Ὁ Κύριος προσευχόταν γιὰ τοὺς σταυρωτές Του: “Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν” (Λκ.23,34). Ὁ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος προσευχόταν γι αὐτοὺς ποὺ τὸν λιθοβολοῦσαν, γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν: “Κύριε, μὴ στήσης αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην” (Πρξ. 7,60). Καὶ ἐμεῖς, ἂν θέλουμε νὰ διαφυλάξουμε τὴ Χάρη, πρέπει νὰ προσευχόμαστε γιὰ τοὺς ἐχθρούς. Ἂν δὲν σπλαχνίζεσαι τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ θὰ βασανίζεται στὸ πῦρ, σημαίνει πὼς μέσα σου δὲν ζεῖ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ πονηρὸ πνεῦμα. Ἐν ὅσῳ, λοιπόν, ζεῖς ἀκόμη, ἀγωνίσου νὰ ἀπαλλαγεῖς μὲ τὴ μετάνοια ἀπὸ αὐτό.» (ὅπ.ἄν. σελ. 428).

Ἂς ἀκούσουμε συμπερασματικὰ τί μᾶς προτρέπει ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς καὶ τὶ διδάσκει γιὰ τὴ σχέση μετανοίας καὶ προσευχῆς: «Ἂς ταπεινωθοῦμε ἀδελφοί, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε μὲ τὴ μετάνοια σπλαχνικὴ καρδιά, καὶ τότε θὰ δοῦμε τὴ δόξα τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποία γνωρίζει ἡ ψυχὴ καὶ ὁ νοῦς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅποιος μετανοεῖ ἀληθινά, εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνει κάθε θλίψη, πεῖνα καὶ γυμνότητα, κρύο καὶ ζέστη, πόνο καὶ φτώχεια, ἐξουθένωση καὶ ἐξορία, ἀδικία καὶ συκοφαντία. Γιατί ἡ ψυχή του ὑψώνεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ δὲν μεριμνᾷ γιὰ τὰ γήινα, ἀλλὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ μὲ καθαρὸ νοῦ.» (ὅπ.ἄν. σελ. 425).

Ἐκεῖ, λοιπόν, ποὺ ὑπάρχει μετάνοια, πλουτίζει ἡ προσευχή, ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό, γίνεται κάθαρση καὶ ἀποκαλύπτεται ὁ Θεὸς γενόμενος συνόμιλος τοῦ ἀνθρώπου, ἀνταποκρινόμενος, δηλαδὴ ἀπαντῶντας σὲ ἐκεῖνον ποὺ μὲ μετάνοια, ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ Τὸν ἐπικαλεῖται. Γράφει ὁ Ἅγιος Συμεών, ὁ Νέος Θεολόγος: «Εἰ δὲ ἡμαρτηκέναι ὁμολογεῖς, δεῖξόν μοι τὴν γνησίαν ὑπὲρ τῶν ἡμαρτημένων ἐξομολόγησιν, τὴν εἰλικρινῆ πίστη στὸν πνευματικὸ πατέρα, τὴν ὑποταγή, τὴν ὑπακοὴ στὴν ἐκτέλεση ταπεινῶν ἔργων, τὴν ὑπηρεσία σὲ ὑποδεέστερους, τὴν ἀπὸ βάθους ψυχῆς ταπείνωση, τὸ ἀνυπόκριτο ἦθος. Ἂν μέσα σου ἔχεις τὸν ἑαυτό σου κάτω ἀπὸ ὅλους, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἔρθει ἡ συνεχὴς κατάνυξη καὶ τὰ χαροποιὰ δάκρυα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα γίνεται ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ ἡ ἐπίγνωση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ… Διότι καρπὸς καὶ ἔργο τῆς μετανοίας εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀποδιώχνουν τὴν ἄγνοια καὶ μαζὶ προσθέτουν τὴ γνώση». Ἡ μετάνοια, λοιπόν, γίνεται τὸ ἐργαλεῖο ἐκεῖνο ποὺ λειτουργεῖ συνδετικὰ μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἑλκύει τὴ θεία Χάρη, ἡ ὁποία ἔρχεται, ἐπισκιάζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν καθιστᾶ συνόμιλο τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐπικοινωνία, τὴν προσευχητικὴ κατάσταση κοινωνίας, δίδεται, ἀποκαλύπτεται ἡ ἄνωθεν γνώση. Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγιος Συμεών: «Γνώση ὀνομάζω πρῶτα τὴ σχετικὴ μὲ ἐμᾶς καὶ γιὰ τὰ πράγματα πού μᾶς ἀφοροῦν καὶ μετὰ γιὰ τὰ πάνω ἀπὸ ἐμᾶς καὶ τὰ θεῖα ποὺ εἶναι ἀθέατα στοὺς ἀμετανοήτους καὶ ἄγνωστα μυστήρια. Λέω τὴ γνώση τῶν πραγμάτων τῆς πίστεώς μας, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ αὐξήσει πρὶν τὴν ἐργασία αὐτῶν ποὺ ἔχουμε πεῖ, ἀκόμα καὶ ἂν περάσει ὅλη τὴν ἐγκύκλια φιλοσοφία…“μόνοις ἐκείνοις ταῦτα ἀποκαλύπτονται τοῖς θερμῶς μετανοήσασι καὶ διὰ τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας καλῶς καθαρθεῖσι, καθ ὅσον ἡ ἀναλογία καὶ τὸ μέτρον ὑπάρχει τῆς αὐτῶν μετανοίας ὁμοῦ καὶ καθάρσεως. Οἷς καὶ φανεροῦνται τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος (Α΄ Κορ. 2,10) καὶ ἀφ’ ὧν ὁ λόγος πηγάζει τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ Γνώσεως (Ρωμ. 11,33)….Τοῖς δὲ ἄλλοις ἅπασιν ἄγνωστα καὶ κεκρυμμένα ὑπάρχει” (Μτ.13,13).» (Ἁγίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Λόγοι Θεολογικοί, Λόγος πρῶτος, Ἐκδόσεις Ὀρθόδοξη Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 22-23).

Ἡ κατάσταση τῆς μετανοίας συνοδευόμενη ἀπὸ τὴν ὑψοποιὸ ταπείνωση γίνεται προσευχὴ καὶ καθαρὴ κίνηση πρὸς τὸν Θεὸ μὲ μεγάλο κέρδος πνευματικό. Χρειάζονται καὶ οἱ κόποι καὶ οἱ κακοπάθειες καὶ οἱ ἀγρυπνίες καὶ τὰ καλὰ ἔργα, «ἀλλ’ οὐ τοῦτο μόνον ζητεῖ ὁ Θεός, πνεῦμα δὲ συντετριμμένον καὶ καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην (Ψαλμ. 50,19) ἐπιποθεῖ καὶ τὸ ἀεὶ ἐν καταβεβλημένῳ φρονήματι λαλεῖν τὴν καρδίαν ἡμῶν πρὸς αὐτόν». «Τὶς εἰμὶ ἐγώ, Κύριέ μου δέσποτα καὶ Θεέ, ὅτι κατῆλθες καὶ ἐσαρκώθης καὶ ἀπέθανες δι’ ἐμέ, ἵνα μὲ τοῦ θανάτου καὶ τῆς φθορᾶς ἀπαλλάξῃς καὶ τῆς σῆς δόξης ὁμοῦ καὶ θεότητος κοινωνὸν ἀπεργάσῃ καὶ μέτοχον;» «Ὅταν λοιπὸν ἔτσι βρεθεῖς (συντετριμμένος καὶ ταπεινὸς καὶ ἐν μετανοίᾳ) κατὰ τὶς ἀφανεῖς κινήσεις τῆς καρδιᾶς σου, εὐθὺς θὰ βρεῖς Αὐτὸν (τὸν Κύριο) νὰ σὲ ἐναγκαλίζεται μυστικὰ καὶ νὰ σὲ ἀσπάζεται καὶ νὰ σοῦ χαρίζει Πνεῦμα εὐθὲς στὸ βάθος τῆς ὕπαρξής σου, Πνεῦμα ἐλευθερίας καὶ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτημάτων σου καὶ ὄχι μόνον ἀλλὰ νὰ σὲ καταστεφανώνει καὶ μὲ τὰ χαρίσματα Αὐτοῦ καὶ νὰ σὲ ἀπεργάζεται-καθιστᾶ ἔνδοξον διὰ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως….Σὲ τέτοια κατάσταση ψυχῆς κατοικεῖ ὁ Θεὸς καὶ ἐπαναπαύεται καὶ κάθε μηχανὴ τοῦ διαβόλου μένει ἄπρακτη, καὶ ὅλα τὰ φθοροποιὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας ἀφανίζονται καὶ πηγάζει μόνο ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ἀγάπη, εἰρήνη, ἀγαθοσύνη, χρηστότητα, πίστη, πραότητα, ταπεινοφροσύνη, περιεκτικὴ ἐγκράτεια (πρβλ. Γαλ. 5,22-23), στὰ ὁποῖα ἀκολουθεῖ μὲ ὡραῖο τρόπο ἡ θεία γνώση, ἡ σοφία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἄβυσσος τῶν κρυφῶν νοημάτων καὶ μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ….(δηλαδὴ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀπὸ Θεοῦ ἀποκεκαλυμμένης γνώσης). Ἐκεῖνος ποὺ φτάνει σὲ αὐτά…συναναστρέφεται μὲ ἀνθρώπους ἐδῶ, ἀλλὰ περιπολεῖ μὲ τὸ πνεῦμα στοὺς οὐρανοὺς καὶ συνευρίσκεται μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀπὸ τὴν ἀνείπωτη χαρὰ προεκτείνεται στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία κανεὶς τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ ἐγγίσει ποτέ, παρὰ μόνον ἀφοῦ προηγουμένως καθαρίσει τὴν καρδιά του μὲ μετάνοια καὶ πολλὰ δάκρυα καὶ φτάσει σὲ βυθὸ ταπεινοφροσύνης καὶ κυοφορεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.» (Ἁγίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Λόγοι Ἠθικοί, ὅπ.ἄν. σελ. 271).

Γράφει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ: «Ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου ὁ Θεὸς δέχεται μόνο μία θυσία: τὴ μετάνοια. Ὁποιοδήποτε ἄλλο αἴσθημα, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ σκληρὴ ἄσκηση, ἔστω καὶ ἂν ἰσοδυναμεῖ μὲ ὁλοκαύτωση, ὁ Θεὸς τὸ ἀπορρίπτει σὰν μικρό, καὶ μιασμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γιὰ τὸ κάθε τί, πρὶν προσφερθεῖ θυσία, πρέπει πρῶτα νὰ καθαρθεῖ, νὰ ἀγνισθεῖ, μὲ τὴ μετάνοια. Μόνο αὐτὴν τὴ θυσία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου δὲν ἐξουδενώνει ὁ Θεός. Καὶ ὅταν πιὰ μὲ τὴν μετάνοια ἀνακαινισθῆ ἡ Σιὼν καὶ ἀνοικοδομηθοῦν τὰ τείχη τῆς πνευματικῆς Ἱερουσαλήμ, τότε θὰ προσφέρουμε μὲ παρρησία ἐπὶ τὸ θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς μας θυσίαν δικαιοσύνης, τὰ αἰσθήματά μας ἀνακαινισμένα μὲ τὴ θεία χάρη: τότε ὁ ἄνθρωπος θὰ καταστεῖ πλέον ἄξιος νὰ προσφέρει καὶ θεάρεστα ὁλοκαυτώματα» (Ψαλμ. 50,21). (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Προσφορὰ στὸν ὀρθόδοξο μοναχισμό, Τεῦχος Γ΄, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, 1995. σελ. 213-214).

Ἀπὸ ὅσα εἴπαμε παραπάνω περὶ μετανοίας καὶ προσευχῆς, πιστεύουμε ὅτι μποροῦμε καὶ ὀφείλουμε νὰ προχωρήσουμε στὴν παρουσίαση τοῦ πνευματικοῦ ὅρου τῆς Ἱερῆς Νήψης ἢ Προσοχῆς, ποὺ ἐμπεριέχει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ γεμάτη ἐπαγρύπνηση ἐπάνω στὸν ἑαυτό μας κατὰ τὴν προσταγὴ τοῦ Κυρίου: «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Μτ. 26,41) καὶ τό «Ἃ λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω: Γρηγορεῖτε» (Μκ.13,37).

Ὁ ἀγωνιστὴς φέρνει συνεχῶς στὸ νοῦ του τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπαγρυπνεῖ, καὶ φωνάζει πρὸς τὸν Θεό, ἐπικαλούμενος ἀδιάλειπτα τὴ βοήθειά του, μὲ τὴν πιὸ θερμὴ προσευχή. Ἡ νήψη εἶναι μία ἀδιάλειπτη ἐργασία, μία ἀδιάλειπτη ἀναφορὰ στὸν Θεό, ἐν μετανοίᾳ καὶ προσευχῇ, μὲ τὴν ὁποία, συνεργείᾳ τῆς Χάριτος καὶ διὰ τῆς μετοχῆς τῶν σωστικῶν μυστηρίων, μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος καθαρότητα καρδίας. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (πρβλ. ὅπ.ἄν. σελ. 7-8).

Κλείνουμε μὲ λόγια ἀπὸ τὸν ἴδιο Ἅγιο: «Ὁ χειροποίητος ναὸς σὲ κάθε ἀκολουθία γεμίζει μὲ θυμίαμα. Ἔτσι ὁ ἀέρας στὸ ναὸ εἶναι πάντοτε γεμάτος ἀπὸ μία πνευματικὴ εὐωδία, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ θυμίαμα… Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὁ ἀχειροποίητος ναός, ἐκεῖνος, οὗ (τοῦ ὁποίου) τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός, ὁ χριστιανός… πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε γεμάτος μὲ τὸ φρόνημα καὶ τὸ αἴσθημα τῆς μετανοίας. Τὸ αἴσθημα τῆς μετανοίας πρέπει νὰ ξυπνάει στὴν κάθε προσευχή…, πρέπει νὰ συνοδεύει τὴν προσευχή… νὰ τὴν ὑπηρετεῖ, νὰ τῆς δίνει φτερά. Νὰ τὴν ὑψώνει στὸν Θεό. Χωρὶς αὐτὸ δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ ὑψωθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ, νὰ ξεπεράσει τὴ διάσπαση.» (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Προσφορὰ στὸν ὀρθόδοξο μοναχισμό, Τεῦχος Γ΄, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, 1995. σελ. 212-213).

Εὔχομαι καὶ προσεύχομαι Κύριος ὁ Θεὸς νὰ μᾶς Χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ διὰ τῆς Αὐτοῦ Χάριτος νὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας, τῆς νήψης – πνευματικῆς ἐγρήγορσης, τῆς ταπείνωσης, τῆς κατάνυξης καὶ τῆς ἐναργοῦς καὶ συντόνου προσευχῆς, ὑπὲρ ἡμῶν αὑτῶν καὶ τοῦ παντὸς κόσμου, Ἀμήν.