2015_11_08 Ἡ Ἐκκλησία προσκαρτεροῦσα τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | 2015-2016 Ἑσπερινές Ὁμιλίες | 2015_11_08 Ἡ Ἐκκλησία προσκαρτεροῦσα τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει

ΑΙΔ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ π. ΣΕΡΓΙΟΥ ΜΑΡΝΕΛΛΟΥ

Ἡ Ἐκκλησία προσκαρτεροῦσα τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει

(Περίβλεπτος, Κυριακή, 8/11/15)

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτη Κεφαλληνίας κ.κ. Δημήτριε, σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

Τό θέμα, τό ὁποῖο κλήθηκα νά ἀναπτύξω, φέρει τόν τίτλο «Ἡ Ἐκκλησία προσκαρτεροῦσα τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει». Οὐσιαστικά πρόκειται γιά παραλλαγή τοῦ χωρίου, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖ περιγράφονται ἀπό τόν Ἀπόστολο καί Εὐαγγελιστή Ἰωάννη τά γεγονότα μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, σαράντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάστασή Του. Οἱ μαθητές ἐπέστρεψαν ἀπό τό ὄρος τῶν ἐλαιῶν στά Ἱεροσόλυμα καί ἀνέμεναν στό ὑπερῷο τηρῶντας τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ: «ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου»[1]. Ἡ ἐπαγγελία δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους, γιά νά βαπτισθοῦν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ[2], νά φωτιστοῦν, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν»[3] καί νά λάβουν δύναμη, ὥστε νά γίνουν μάρτυρές Του «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». Βέβαια τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν πέμπεται μόνο προσωπικά – ἀτομικά στούς Ἀποστόλους ἀλλά εὐρύτερα διά τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο, ὥστε «καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως»[4] καί «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»[5].

Οἱ μαθητές, λοιπόν, μετά τήν ἀνείπωτη χαρά καί τήν ἀπερίγραπτη εὐτυχία πού βίωσαν μέ τό νά βρίσκονται μαζί μέ τόν Ἀναστημένο Χριστό, νά Τόν συναναστρέφονται, νά δέχονται τίς ἐντολές Του καί τό λόγο Του γιά τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, βιώνουν πλέον τή θλίψη καί ἴσως τήν ἐγκατάλειψη, τή Θεοεγκατάλειψη, ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ, καθώς ὁ Κύριος καί Θεός ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς. Τό γεγονός αὐτό τούς δοκιμάζει, ἀφήνοντάς τους μάλιστα νά περιμένουν τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία δέν γίνεται αὐτοστιγμεί ἀλλά θά γίνει «οὐ μετὰ πολλάς ἡμέρας». Ἡ διφυής δοκιμασία αὐτή δέν τούς ὁδηγεῖ στό πένθος, στό θρῆνο, στήν ἀγωνία ἀλλά ἀφήνει νά ξεδιπλωθοῦν ἡ ἐγρήγορση, ἡ νήψη, ἡ σωφροσύνη, ἡ ἐλπίδα, ἡ καρτερία πού τροφοδοτοῦνται ἀπό τή βαθύτατη πίστη ὅτι ὁ Θεός δέν ἐγκατέλειψε τόν κόσμο, καθώς εἶχε διαβεβαιώσει «ἐγὼ μεθ” ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[6]. Γι’ αὐτό προετοιμάζονται πνευματικά, γιά νά οἰκειωθοῦν τήν ἐπερχόμενη μεγάλη εὐεργεσία καί εὐλογία. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος βλέπει αὐτό τό χρονικό διάστημα ὡς παιδαγωγικό καί προπαρασκευαστικό μέσο, γι᾽ αὐτό γράφει χαρακτηριστικά: «ἐὰν γὰρ μὴ οἰκειωθῶμεν πρὸς τὸ διδόμενον, οὐδὲ τῆς εὐεργεσίας σφόδρα αἰσθανόμεθα»[7].

Οἱ μαθητές μετά τήν ἀνάληψη μετέβησαν στά Ἱεροσόλυμα καί ἀνέβηκαν στό ὑπερῷον, ὅπου ἔμεναν προηγουμένως. Εἶναι ὁ κοινός ἐκεῖνος τόπος, ὅπου ἐμφανίσθηκε ὁ Ἀναστημένος Χριστός, ὅταν «ἦσαν … συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων»[8] καί παρέμειναν ἐκεῖ χωρίς νά ἐξέρχονται γιά τόν ἴδιο ἀκριβῶς λόγο, γιά νά μή συλληφθοῦν. Δέν ἀποκλείεται νά εἶναι ὁ ἴδιος τόπος τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅπου τελέστηκε ὁ Μυστικός Δεῖπνος ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό. Πρόκειται γιά τό σπίτι πού ἡ παράδοση θέλει ν’ ἀνήκει στήν οἰκογένεια τοῦ εὐαγγελιστῆ Μάρκου[9], δηλαδή τό μέγα “ἀνώγαιον” πού ἀναφέρουν οἱ εὐαγγελιστές Ματθαίος[10], Μάρκος[11] και Λουκάς[12]. Ὁ Ἰωάννης χρησιμοποιεῖ τή λέξη “ὑπερῷον”, οἱ δέ λοιποί τόν ὅρο “ἀνώγαιον”· καί οἱ δυό πάντως εἶναι ταυτόσημοι, γιά νά ἐκφράσουν τό πάνω πάτωμα ἑνός οἰκήματος, τό δῶμα. Δέ θά σταθοῦμε παραπάνω, οὔτε θά θέλαμε νά ἀναπτύξουμε τήν ὑπέροχη ἀλληγορική διδασκαλία πού ἀναπτύσσει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής γιά αὐτόν τόν τόπο τό “ἀνώγαιο”, ὁ ὁποῖος δείχνει τό ὕψος τῆς «καθαρᾶς καὶ μεγαλοφυοῦς διανοίας …πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ μεγάλου Λόγου θεοπρεπῶς»[13]. Σέ κάθε περίπτωση πάντως τό ὑπερῷο-ἀνώγαιο ἦταν τόπος ἐπικοινωνίας μέ τό Θεό, ἀφιερωμένος δηλαδή στήν προσευχή[14].

Θά περάσουμε στό ποιοί ἦσαν καταμένοντες ὁμοθυμαδόν στό ὑπερῷο. Εἶναι μόνο οἱ ἕντεκα Ἀπόστολοι; Τό ἁγιογραφικό χωρίο μιλᾶ γιά τούς ἕντεκα, γιά τίς γυναῖκες μαθήτριες, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μαρία καί μητέρα τοῦ Ἰησοῦ καί τά ἀδέλφια του. Ὡς ἀδέλφια του ἐκτός ἀπό τά παιδιά τοῦ Ἰωσήφ μπορεῖ νά ἀναφέρονται καί ὑπό τή γενικότερη ἔννοια λοιποί ἀκόλουθοι ἤ μακρινοί συγγενεῖς τοῦ Χριστοῦ. Στό ὑπερῷο τῶν Ἱεροσολύμων βρίσκονταν ἀρκετά πρόσωπα πού ἔφταναν σέ ἀριθμό τούς 120, σύμφωνα μέ τό χωρίο: «ἦν τε ὄχλος ὀνομάτων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὡς ἑκατὸν εἴκοσιν»[15], αὐτός θά λέγαμε ὅτι ἦταν καί ὁ βασικός πυρήνας τῆς πρώτης Ἐκκλησίας.

Σέ αὐτόν τόν συγκεκριμένο τόπο, ἐπί δέκα ἡμέρες, βρίσκονταν μαζί ὅλα αὐτά τά σημαντικά πρόσωπα τῆς πίστης μας· καί βρίσκονταν μαζί ὄχι μόνο διαβιώνοντας στόν ἴδιο χῶρο ὡς μονάδες, ὡς ἄτομα ἀλλά ἦταν ἐπί τό αὐτό “ὁμοθυμαδόν”, ὡς μιά ψυχή, μιά καρδιά πού πάλλονταν γιά τόν Χριστό, μέ τό ἴδιο φρόνημα, τό ἴδιο βίωμα, μέ τήν ἴδια πίστη καί προσδοκία. Αὐτή εἶναι ἡ ἑνότητα, γιά τήν ὁποία παρακάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός στήν ἀρχιερατική του προσευχή πρός τό Θεό Πατέρα λέγοντας: «πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς»[16] «ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν»[17].

Ἡ ἑνότητα αὐτή εἶναι ἐμφανής στά πρόσωπα πού βρίσκονται στό ὑπερῷο, μιά ἑνότητα ὄχι ἐξωτερική ἤ ἐπίπλαστη ἀλλά ἀνεπιτήδευτη, ἀνυπόκριτη, αὐθεντική, πραγματική. Ὅπως τό πρότυπο τῆς ἑνότητας πού ἔθεσε ὁ Χριστός καί δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ἑνότητα μέ τό Θεό Πατέρα, ἡ ἐνδοΤριαδική ἑνότητα καί κοινωνία. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος τονίζει: «ἡ ἑνότητα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐξωτερική, μία σύνδεσι ἐξωτερικὴ τῶν σωμάτων, ἀλλὰ ἐσωτερική. Ἡ ὑπόστασι τοῦ ἑνὸς ἀπὸ ἀγάπη νὰ εἰσέρχεται στὴν ὑπόστασι τοῦ ἄλλουὅταν οἱ ἄνθρωποι βιώνουν τὴν δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ, ὅταν εἶναι συνδεδεμένοι μὲ τὸν Χριστό, τότε εἶναι καὶ μεταξύ τους ἑνωμένοι»[18].

Συνεπῶς, συνεκτικό στοιχεῖο ὅλων στό ὑπερῷο εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄν καί ἀνελήφθη στούς οὐρανούς, εἶναι πάντοτε παρών ἀνάμεσά τους, καθώς εἶπε «οὗ… εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν»[19] καί διά τῆς παρουσίας Του ἑνώνονται ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον. Βιώνουν τήν ἐν Χριστῷ ἑνότητα, ὄχι στατικά, παθητικά ἀλλά «πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει». Πάντες, κανένας δέν ἔκανε κάτι ἄλλο, κανείς δέ διαφοροποιοῦνταν ἀπό τούς ὑπόλοιπους ἀλλά πάντες ἦταν ἀφιερωμένοι καί πλήρως ἀφοσιωμένοι στήν προσευχή, ἡ ὁποία κατά τόν Ἱερό Χρυσόστομο εἶναι «μέγα …ὅπλο ἐν τοῖς πειρασμοῖς»[20]. Ἄλλωστε, ἦταν πεπαιδευμένοι ἀπό τό διδάσκαλο: «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν[21]» τούς εἶχε προτρέψει στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆς.

Αὐτό τό ἔργο ἐπιτελεῖται ἀπό ὅλους ὅσοι βρίσκονται καί εἶναι προσκαρτεροῦντες στό ἀνώγαιο. Πόσο ὄμορφη λέξη εἶναι αὐτή, προσκαρτερῶ. Περιμένουν, ὑπομένουν καί ἐμμένουν μέ ὑπομονή καί σταθερότητα. Εἶναι σίγουροι γιά τήν πίστη τους, δέν ἀδημονοῦν, δέν ἀνησυχοῦν, γιατί ἀφενός προσεγγίζουν ἤδη τό Θεό διά τῆς προσευχῆς καί ἀφετέρου γιατί ἔχουν ἐμπιστοσύνη στούς λόγους Του, στήν πρόνοιά Του, στό ἔλεός Του. Ἡ ὕπαρξή τους εἶναι ὁλόκληρη δοσμένη στό Χριστό καί κινοῦνται πρός Αὐτόν. Ἡ προσευχή, ἡ παράκληση, ἡ δέηση δέν εἶναι στατικές ἔννοιες, τό ἀντίθετο εἶναι ἔννοιες δυναμικές· εἶναι ἐγρήγορση, εἶναι ἐξωτερίκευση, εἶναι διάβημα, ἀπαντοχή, κίνηση, συνάντηση καί κοινωνία πού φτάνει μέχρι τό βαθμό τῆς μέθεξης στίς θεῖες ἐνέργειες, στή Θέωση.

Ἀλλά τί εἶναι αὐτό πού προσδοκοῦν καρτερικά; Εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα πού δέ γνωρίζουν ἄν ἤδη ἦλθε, ἄν ἔρχεται ἤ πῶς θά ἔλθει καί πῶς θά φανερωθεῖ σέ αὐτούς καί στόν κόσμο. Ἀλλά πάνω ἀπό ὅλα προσκαρτεροῦν τόν ἴδιο τό Σωτήρα Χριστό, καθώς ἄγγελοι Κυρίου τούς εἶχαν πεῖ μετά τήν Ἀνάληψη: «ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ’ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν»[22], δηλαδή, μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἀνέβηκε στούς οὐρανούς θά ἔλθει καί πάλι. Ἀλλά καί ὁ Χριστός τούς εἶχε πεῖ νωρίτερα ὅτι: «πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, καὶ ὑμεῖς ἦτε»[23]. Οἱ 120 στό ὑπερῷο δέν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπό αὐτό πού εἶχε πεῖ ὁ Χριστός γιά τή Δευτέρα Παρουσία Του καί τή Μέλλουσα Κρίση: «βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν»[24]. Ἔχουν μιά ἐσχατολογική προσμονή, ζοῦν τά ἔσχατα, καθώς «περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ»[25] καί αὐτή ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ θά γίνει γρήγορα[26] και ἀπρόσμενα[27]. Ὁ ἴδιος ὁ Πέτρος, μάλιστα, κηρύττοντας τότε, ἀμέσως μετά τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει συναίσθηση τῆς βίωσης τῶν εσχάτων[28].

Δέκα ἡμέρες παραμονῆς στό ὑπερῷο μετά τήν ἀνάληψη, ἔρχεται ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς πού γιά τούς Ἰουδαίους ἦταν ἡ γιορτή «τῶν ἑβδομάδων» ἤ ἀλλιῶς «τῆς συγκομιδῆς τῶν πρωτογεννημάτων». Εἶναι ὅλοι συγκεντρωμένοι «ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό»[29] καί τότε “ἄφνω”, ξαφνικά, συνέβη ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί γέμισαν, πλημμύρισαν ὅλοι ἀνεξαιρέτως πού βρίσκονταν ἐκεῖ ἀπό Ἅγιο Πνεῦμα διά τοῦ ὁρατοῦ σημείου τῶν πυρίνων γλωσσῶν. Μέ αὐτή τήν πράξη ὁλοκληρώνονται ὅλα ὅσα ἔπραξε ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος, ὅπως σημειώνει ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, «δίδαξε γιά τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, καί νάτην, ἐδῶ εἶναι, ἄνοιξε τώρα… ἡ τελευταία καί μεγάλη ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἄ ρχισε»[30]. Τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς φανερώνεται στόν κόσμο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Μέ τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους, συνεχίζεται καί διαιωνίζεται τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι διά τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κατά τόν Βλαδίμιρο Λόσκυ εἶναι: «συγχρόνως σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τό πλήρωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, “τοῦ πληροῦντος τά πάντα ἐν πᾶσι”»[31].

Τά γεγονότα πού περιγράψαμε ὡς τώρα στό ὑπερῷο τῶν Ἱεροσολύμων μέ τά Ἅγια πρόσωπα τῆς Παναγίας, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν λοιπῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου ἀπό τήν Ἀνάληψή Του ἕως καί τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἀντικατοπτρίζουν τό γεγονός τῆς Ἐκκλησίας καί μᾶς μυοῦν σέ αὐτή. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι πάντοτε «προσκαρτεροῦσα τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει», εἶναι ὡσάν τό ὑπερῷο ἐκεῖνο τῶν Ἱεροσολύμων, στό ὁποῖο ἀνερχόμαστε διά τοῦ βαπτίσματός μας καί γινόμαστε μία ἐν Χριστῷ κοινωνία προσώπων Ἁγίων καί κεκλημένων Ἁγίων. Εἶναι μία προσευχητική κοινωνία Ἁγίων. Ζῶντες καί κεκοιμημένοι μετέχουμε τῆς μίας καί αὐτῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἔχει κεφαλή της τόν Ἰησοῦ πού «εἶναι συνάμα καί ἡ ἀκαταπαύστως ῥέουσα πηγή τῆς θείας ζωῆς καί χάριτος ἐν αὐτῇ»[32]. Ἡ Ἐκκλησία μέ ἄλλα λόγια εἶναι κοινωνία ἀνθρώπων καί ἀγγέλων, ἀνθρώπων καί μεταμορφωμένων ἀνθρώπων, δηλαδή Ἁγίων, τήν ὁποία συνέχει ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἔτσι, εἶναι μιά θεία καί ἀνθρώπινη κοινωνία καί αὐτό κατανοεῖται μέσα ἀπό τό Χριστολογικό Δόγμα. Διότι στήν Ἐκκλησία, στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ οἱ δύο φύσεις, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη, ἑνώνονται «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως» κατά τό δόγμα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[33].

Ἐπιπλέον, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ζῶσα εἰκόνα τῆς αἰωνίου ζωῆς καί ὡς ἔχουσα βασιλέα αἰώνιον εἶναι βασιλεία αἰώνιος, θά σημειώσει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι[34].

Τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία Ἁγίων φανερώνεται στήν κοινή προσευχή, στή θεία λατρεία, ὅπου ὅλοι οἱ ζῶντες πιστοί συνηγμένοι ἐπί τό αὐτό, στό ἴδιο ὑπερῷο, στό ναό, προσερχόμαστε, γιά νά μετάσχουμε στήν ὄντως ζωή, στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐδῶ καί τώρα ὡς «γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς περιποίησιν»[35]. Ἡ Θεολογία τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τοῦ μυστηρίου, δηλαδή, τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀποκαλυπτική. Στό μυστήριο τῶν μυστηρίων μετέχουν ἅπαντες. Πρῶτα καί κύρια ὁ Μέγας Ἀρχιερέας Χριστός πού εἶναι ὁ αἰωνίως «προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος» καί πού προσφέρει «τά ἅγια τοῖς ἁγίοις». Παρίστανται «χιλιάδες ἀρχαγγέλων καὶ μυριάδες ἀγγέλων, τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά» καί μετέχουν οἱ «φίλοι του Θεοῦ»[36], ἡ Παναγία καί Ἅγιοί Του, γιά τούς ὁποίους προσφέρεται προσέτι ἡ Εὐχαριστία, δηλαδή «ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, κηρύκων, εὐαγγελιστῶν, μαρτύρων, ὁμολογητῶν, ἐγκρατευτῶν καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου… καί ἐξαιρέτως τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας».

          Στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ βίωση τῶν καιρῶν ὡς τῶν ἐσχάτων, σέ κάθε ἐποχή καί χρόνο, καί σέ αὐτό θά πρέπει νά ὁδηγούμαστε ἀπό τήν προσδοκία καί τήν ἐγκαρτέρηση ἀφενός τῆς ἐπερχόμενης Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Τελικῆς Κρίσεως καί ἀφετέρου διά τῆς συνειδητοποίησης τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας ἐδῶ καί τοῦ πόθου γιά τήν ἐπιστροφή μας στόν Οἶκο τοῦ Πατρός, καθώς «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν»[37]. Γιά τό λόγο αὐτό καί ἡ μετοχή μας στή Θεία Εὐχαριστία εἶναι βίωμα ἐσχατολογικό, εἶναι ἡ πρόσκαιρη ἕνωση μέ τό Θεό ἀλλά καί ἡ βίωση τοῦ χρόνου ὡς παρόν· ὅλα, παρελθόν καί μέλλον, συνυπάρχουν στό παρόν. Ἔτσι στή Θεία Λειτουργία ἀναφέρουμε τή μέλλουσα Δευτέρα Παρουσία ὡς ἤδη γενόμενη μαζί μέ τά παρελθόντα καίρια σημεῖα τῆς Θείας οἰκονομίας πού ἔχουν συμβεῖ, ὅπως ὁ σταυρός, ὁ τάφος καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.

Ἐμεῖς ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας προσκαρτεροῦμε τά ἔσχατα; Βρισκόμαστε σέ ἐγρήγορση; Ἀπέχουμε ἀπό τά ἔργα τοῦ σκότους; Λαχταροῦμε τά ἔργα τοῦ φωτός; Ποθοῦμε τήν ἕνωση μέ τό Χριστό; Οἱ πρῶτες κοινότητες ἦσαν «καθ” ἡμέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ, κλῶντές τε, κατ” οἶκον ἄρτον»[38], ἦταν «τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες»[39], φοροῦσαν τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ «διὰ πάσης προσευχῆς καὶ δεήσεως, προσευχόμενοι ἐν παντὶ καιρῷ ἐν Πνεύματι, καὶ εἰς αὐτὸ τοῦτο ἀγρυπνοῦντες ἐν πάσῃ προσκαρτερήσει καὶ δεήσει περὶ πάντων τῶν ἁγίων»[40].

Ἀπό τά παραπάνω χωρία βλέπουμε ὅτι ἔργο τεράστιας σημασίας τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων ἦταν ἡ προσευχή καί μάλιστα ἡ κοινή προσευχή, στήν ὁποία προέτρεπε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς»[41]. Πράγματι, ἡ προσευχή εἶναι ἐκκλησιαστικό γεγονός τοῦ σώματος. Ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε σταματᾶ νά προσεύχεται· μέσα ἀπό τίς ἀκολουθίες καί τά μυστήρια συμμετέχουμε σέ μία διαρκῆ, ἀκατάπαυστη καί βροντερή προσευχή μέ πρῶτο τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος προσεύχεται πρός τό Θεό Πατέρα, ὅπως μαρτυρᾶ ἡ Θεία Λειτουργία. Σέ αὐτή τήν προσευχή μετέχει σύνολη ἡ καθολική Ἐκκλησία, τόσο ἡ λεγόμενη στρατευομένη σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς, δηλαδή ὅλοι ἐμεῖς οἱ ζῶντες, ὅσο καί ἡ θριαμβεύουσα, δηλαδή οἱ προαπελθόντες πατέρες καί ἀδελφοί μας, οἱ Ἅγιοί μας πού εὐαρέστησαν τόν Κύριο καί βρίσκονται σέ συνεχῆ προσευχητική κοινωνία μέ τό Θεό καί τόν κόσμο.

Ἡ προσευχή αὐτή εἶναι εὐάρεστη καί εὐπρόσδεκτη στό Θεό, ὅταν γίνεται ὁμοθυμαδόν, μέ μιά ψυχή, μέ σύμπνοια, μέ ἀγάπη καί ἀδελφοσύνη μεταξύ μας. Πόσο σημαντικό εἶναι νά βιώνουμε αὐτή τήν κατάσταση καί νά συνυπάρχουμε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον, καί ὅλοι μαζί νά προσευχόμαστε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἄραγε, αὐτήν ἐδῶ τή στιγμή, συνυπάρχουμε ἐμεῖς σήμερα σέ τοῦτον τόν ναό πού συναθροισθήκαμε ὁμοθυμαδόν ἤ κάνουμε πράξη τήν ἀντίφαση νά συνυπάρχουμε ὁ καθένας μόνος του;

Εἶναι καλό καί ὠφέλιμο, ἀδελφοί μου, νά ἐνεργοποιήσουμε στή ζωή μας τό πρότυπο τῆς κοινωνίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στό ὑπερῷο τῶν Ἱεροσολύμων τόν καιρό τῆς Πεντηκοστῆς πού «ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει». Αὐτή εἶναι ἡ πράξη καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀμήν.

[1] Πράξ., 1, 4.

[2] Πράξ., 1, 5.

[3] Ἰωάν., 14, 25.

[4] Ἰωάν., 16, 8.

[5] Ἰωάν., 16, 13.

[6] Ματθ., 28, 20.

[7] PG, 60, 22.

[8] Ἰωάν., 20, 19.

[9] Γεωργίου Πατρώνου, Η ιστορική πορεία του Ιησού, από την φάτνη ως τον κενό τάφο, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1997, σ. 468.

[10] Ματθ., 14, 15.

[11] Μαρκ.,14, 15.

[12] Λουκ., 22, 12.

[13] Βλ. «Σταυρός καί Ἀνάσταση», εκδ. Ακρίτας, σ. 84-87 καί “Quaestiones ad Thalassium”, ed. C. Laga and C. Steel, Maximi confessoris quaestiones ad Thalassium, 2 vols. [Corpus Christianorum. Series Graeca 7 & 22. Turnhout: Brepols, 1:1980]: vol. 1, pp. 9-539, Musaios: section 3, line 34.

[14] Ευάγγελου Κυριακόπουλου, Η εικονογραφική αποτύπωση του γεγονότος της Πεντηκοστής: Ιστορική και Θεολογική προσέγγιση, Πάτρα 2010, (ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία-βλέπε https://apothesis.eap.gr/) σ. 15.

[15] Πράξ., 1, 15.

[16] Ἰωάν., 11, 17.

[17] Ἰωάν., 11, 22-23.

[18] Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὀσμή Γνώσεως, ἐκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1985, σ. 100.

[19] Ματθ. 18, 20.

[20] PG 60, 33.

[21] Ματθ., 26, 41.

[22] Πράξ., 1, 11.

[23] Ἰωάν., 14, 2-3

[24] Μάρκ. 13, 33.

[25] Μάρκ., 13, 32.

[26] Βλ. Αποκ., 22, 20.

[27] Α΄ Θεσ. 5, 2.

[28] Βλ. Πράξ. 2, 14 και εξής.

[29] Πράξ., 2, 1.

[30] π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Εορτολόγιο, εκδ. Ακρίτας, 1994, σ. 196.

[31] Vladimir Lossky, Η μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκήσίας, εκδ. 6η, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 205.

[32] Ιωάννου Καρμίρη, «Εκκλησία», εν ΘΗΕ, τ. 5, στήλη 476.

[33] Βλ. μελέτη «Ὁ Οἶκος τοῦ Πατρός» ἐν π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, Ἀνατομία προβλήματων τῆς πίστεως, ἐκδ. Ι. Μ. Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2006, σ. 118.

[34] Ἴδιο, σ. 132.

[35] Α΄ Πέτρ., 2, 9.

[36] Ἰωάν., 15, 14.

[37] Ἑβρ., 13, 14.

[38] Πράξ., 2, 46.

[39] Ῥωμ., 12, 11-13.

[40] Πράξ., 6, 4.

[41] Α΄ Θεσ., 5, 16-18.