2016_01_18 Τῶν ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | Διαδικτυακός Ἄμβωνας | Ἔτος 2016 | 2016_01_18 Τῶν ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου

Τῶν ἐν ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας

 2016_01_20 AthanasiosMaximosἩ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, στίς 18 Ἰανουαρίου, ἑορτάζει καὶ τιμᾷ τὴν ἱερή μνήμη δύο μεγάλων Ἱεραρχῶν καὶ οἰκουμενικῶν διδασκάλων, τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου καὶ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, Ἀρχιεπισκόπων (Πατριαρχῶν) Ἀλεξανδρείας.

Ἄν καὶ ἡ Ἐκκλησία τοὺς ἑορτάζει χωριστά, τὸν μὲν Ἅγιο Ἀθανάσιο στὶς 2 Μαΐου, τὸν δὲ Ἅγιο Κύριλλο στὶς 9 Ἰουνίου, σήμερα 18 Ἰανουαρίου τοὺς ἑορτάζει μαζί. Ὁ λόγος φαίνεται νὰ εἶναι, μᾶλλον, ὅτι καὶ οἱ δύο αὐτοὶ Ἀρχιεπίσκοποι Ἀλεξανδρείας ἦταν μεγάλοι πρόμαχοι τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἀγωνίστηκαν κατά τῶν αἱρέσεων στὶς Οἰκουμενικές Συνόδους, τὴν πρώτη καὶ τὴν τρίτη.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸ 295 μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς χριστιανούς.
Ἀνέλαβε, ὅμως, νὰ τὸν σπουδάσει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος θέλησε στὴ συνέχεια νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ἀρετή μεταβαίνοντας στὴν ἔρημο. Τότε γνώρισε καὶ τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο, τοῦ ὁποίου ἀργότερα ἔγραψε τὸν βίο καὶ τὸν κατέστησε γνωστό σ’ ὅλη τὴ Δύση.

Ὅταν γύρισε ἀπὸ τὴν ἔρημο, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλέξανδρος τὸν χειροτόνησε Διάκονο καὶ τὸν πῆρε μαζί του. Στὴν πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, ἄν καὶ ἦταν ἀκόμα Διάκονος, μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ γραμματέως τοῦ Ἀλεξάνδρου μετέσχε τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου.

Ὑπερασπίστηκε, μὲ μεγάλη δύναμη λόγου, τὶς ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ μάλιστα τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν αἱρετικὸ Ἄρειο, ποὺ ὑποστήριζε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «κτίσμα».

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος διαδέχθηκε τὸν Ἀλέξανδρο στὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας. Οἱ Ἀρειανοὶ μὲ συκοφαντίες καὶ ραδιουργίες, ποὺ ἐπηρέαζαν ἀκόμη καὶ τοὺς αὐτοκράτορες, δυσκόλεψαν πολὺ τὸ ἔργο του. Ὅμως ἐκεῖνος περιφρόνησε ἀκόμα καὶ τὴ ζωή του. Προτίμησε τοὺς διωγμοὺς καὶ τὶς ἐξορίες, ἀπό τὸ νὰ συμβιβασθεῖ σὲ ζητήματα πίστεως.

Ἦταν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι σχεδόν, πλὴν τοῦ Ἀθανασίου, ἔδειχναν νὰ εἶναι διαλλακτικοὶ πρὸς τὸν Ἄρειο. Ζητοῦσαν νὰ ὑποχωρήσει καὶ νὰ προσθέσει ἕνα «ι» (ἰῶτα) στὴ λέξη «Ὁμοούσιος» καὶ νὰ γίνει ἡ λέξη «Ὁμοιούσιος». Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀρνήθηκε, γιατὶ γνώριζε ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ «ι» (ἰῶτα), θὰ σήμαινε πλήρη διαστροφὴ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως αὐτὴ διακηρύχτηκε μὲ τὸ σύμβολο τῆς Νικαίας. Ἔτσι, ἐξορίστηκε πέντε φορές μὲ πάνω ἀπὸ 16 χρόνια ἐξορίας.
Ἐπίσης, διατύπωσε μὲ καθαρότητα, σαφήνεια καὶ φωτισμὸ τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στὴν Α΄ ἐπιστολή του πρὸς Σεραπίωνα γράφει: «Τριὰς τοίνυν ἁγία καὶ τελεία ἐστίν . . . Ὁ γὰρ Πατὴρ διὰ τοῦ Λόγου ἐν Πνεύματι ἁγίῳ τὰ πάντα ποιεῖ . . . καὶ εἷς Θεὸς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κηρύττεται». Καὶ ἀλλοῦ γράφει: «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπετέλεσε τὴ βάση, πάνω στὴν ὁποία στηρίχτηκαν οἱ μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες καὶ τὴν ἀνέπτυξαν, καθὼς καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, παρ’ ὅλες τὶς περιπέτειες τῆς ζωῆς του, ἔγραψε καὶ μᾶς ἄφησε σπουδαῖα θεολογικά συγγράμματα καὶ ἐπιστολές. Ὑπῆρξε ὁ προστάτης τῶν φτωχῶν, τῶν ἀσθενῶν, τῶν μοναχῶν καὶ ἔδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἱεραποστολή, μάλιστα στὴν Ἀβησσυνία μὲ τὸν Φρουμέντιο. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ἐκοιμήθη στὶς 2 Μαΐου τοῦ ἔτους 373.

Ἀλλά, ὅπως γράφει ὁ ὑμνωδὸς τῆς Ἐκκλησίας, «Ἀθανάσιον καὶ θανόντα ζῆν λέγω, οἱ γὰρ δίκαιοι ζῶσι καὶ τεθνηκότες». Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλοι οἱ μετέπειτα Πατέρες τὸν ἐγκωμίασαν. Ὁ Μέγας Βασίλειος τὸν ὀνόμαζε «Ἀποστολικὴ ψυχή». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὸν χαρακτήριζε ὡς «στῦλον» καί «Πατέρα» τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἔλεγε τὸν λόγον: «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι». Μέχρι καὶ ὁ ἐθνικὸς ἱστορικὸς Κ. Παπαρρηγόπουλος ἔγραψε γι’ αὐτόν «ὅτι ἀπέβη ὁ ἁγιώτερος τῶν ἡρώων ἤ μᾶλλον ὁ ἡρωϊκότερος τῶν ἁγίων». (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους τόμος ΙΙ, μέρος Β΄, σ. 115). Δίκαια, λοιπόν, τοῦ ἀπενεμήθη καὶ ὁ τίτλος Μέγας.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος γεννήθηκε περὶ τὸ 370 μ. Χ. Ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου, τὸν ὁποῖο καὶ διαδέχθηκε στὸ θρόνο τὸ 412. Στὰ 32 χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του, μέχρι τὸ 444, ποὺ ἐκοιμήθη εἰρηνικά, ἐργάσθηκε πολύ γιὰ νὰ ξεκαθαρίσει τὴν Ἐκκλησία τῆς Αλεξανδρείας ἀπὸ τὶς αἱρέσεις. Ὅταν ἔγινε ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 431 μ.Χ. στὴν Ἔφεσο, ὁ Κύριλλος ὑπῆρξε πρόεδρος αὐτῆς καὶ συνετέλεσε στὸ νὰ διαλυθοῦν οἱ κακοδοξίες τοῦ Νεστορίου, ποὺ ἔλεγε ὅτι ἡ Ἁγία Παρθένος δὲν εἶναι Θεοτόκος, ἀλλά Χριστοτόκος. Ἀρνιόταν δηλαδὴ τὴ θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ὅρος «Θεοτόκος» εἶχε διατυπωθεῖ καὶ νωρίτερα καὶ τὸν εἶχαν χρησιμοποιήσει καὶ ἄλλοι Πατέρες, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἔγινε ὁ ὑπέρμαχος τῆς Παναγίας καὶ ἡ Σύνοδος ἐδογμάτισε πανηγυρικά «ὅτι Θεοτόκος ἐστίν, ἡ Ἁγία Παρθένος».
Ὁ λαὸς τῆς Ἐφέσου, ποὺ τιμοῦσε πολύ τὴν Παναγία, δέχθηκε τὴν ἀπόφαση μὲ ἐνθουσιασμό.
Πολὺ σωστά, λοιπόν, τὸ Ἀπολυτίκιο τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων Πατέρων λέγει: «Ἔργοις λάμψαντες Ὀρθοδοξίας, πᾶσαν σβέσαντες κακοδοξίαν, νικηταὶ τροπαιοφόροι γεγόνατε· τῇ εὐσεβείᾳ τὰ πάντα πλουτίσαντες, τὴν Ἐκκλησίαν μεγάλως κοσμήσαντες, ἀξίως εὕρατε, Χριστὸν τὸν Θεὸν, δωρούμενον πᾶσι τὸ μέγα ἔλεος».

Πανοσ. Ἀρχιμανδρίτης
π. Ἀθανάσιος Σουσόπουλος

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2015