2016_01_14 Ομιλία π. Θεμιστοκλέους Μουρτζανού

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | Εκπαίδευση | Ἐπιμορφωτικά Σεμινάρια | 2016_01_14 Ομιλία π. Θεμιστοκλέους Μουρτζανού

Η ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΩΣ ΔΡΟΜΟΙ ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ

Ὡς ποιμένες καλούμαστε νά ἀπαντήσουμε στό ἐρώτημα «γιατί δέν βλέπουμε τόν Θεό;». Γιατί ἀφηνόμαστε σέ μία σχέση μέ τόν Θεό ἡ ὁποία, ἐνῷ πηγάζει ἀπό τήν πίστη, τή μελέτη καί τή σπουδή τῆς Γραφῆς καί τῆς παράδοσής μας, ἔχει ὡς ἀποτυπώσεις της τή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἠθική διάσταση- πράξη τῆς ζωῆς μας, ἐντούτοις τό ἀποτέλεσμά της δέν εἶναι ὁρατό διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ; Πόσο ἁμαρτωλό καί ἐγωκεντρικό εἶναι νά ζητοῦμε νά συμμετέχουν στή σχέση αὐτή καί οἱ αἰσθήσεις μας, τό νά θέλουμε νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό καί νά τό καταλαβαίνουμε ὄχι μόνο μέ τήν πίστη ἀλλά καί μέ τήν πράξη; Γιατί ὁ Θεός δέν ἐμφανίζεται στούς δρόμους τῆς ζωῆς μας, ἀλλά λειτουργεῖ μυστικά, ἀόρατα, «διά τῶν ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων»; Τό φαινομενικά ἀναπάντητο αὐτό ἀρχικό ἐρώτημα ἀποτελεῖ καί γιά τούς περισσότερους ἀνθρώπους πού ἀπορρίπτουν ἤ ἀδιαφοροῦν γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας τήν αἰτία γιά τή στάση τους αὐτή. Καί εἶναι ζήτημα ποιμαντικῆς ἀπό τή μία, ἀλλά καί οὐσιαστικῆς προσέγγισης τοῦ μυστηρίου τῆς πίστης ἀπό τήν ἄλλη, ἡ ἀπάντηση.

Τό ἐρώτημα στήν οὐσία ἔχει νά κάνει μέ τό ποιά εἶναι ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο. Εἶναι νά λειτουργεῖ ὡς ὁ φύλακας τῆς ἀνθρώπινης ἀνάγκης γιά ἠθική, γιά κανόνες, γιά τό «δέον γενέσθαι» τό ὁποῖο θά προφυλάξει τήν κοινωνία ἀπό τή σήψη καί τή διαφθορά ἀλλά καί θά ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους στό νά εἶναι ἐξαρτημένοι ἀπό Αὐτήν, καθώς θά ἀντιλαμβάνονται τήν ἀνάγκη τῆς τάξης καί ὄχι τοῦ χάους στή ζωή; Εἶναι νά ὑπόσχεται μία μεταφυσική ἕνωση μέ τόν Θεό, τύπος τῆς ὁποίας καί σύμβολο εἶναι ἡ μετοχή στά μυστήρια σ’ αὐτήν τή ζωή, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἔτσι τούς πιστούς ἐκλεκτούς, καθαρούς, διαφορετικούς ἀπό τόν ὑπόλοιπο κόσμο, ἕτοιμους νά ἀπολαύσουν, ὅταν θά ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, τή δίκαιη ἀνταμοιβή τους ἀπό τόν Θεό; Εἶναι νά λειτουργεῖ ὡς θρησκεία μέ πίστη, λατρεία καί ἠθική, δηλαδή ὡς ἕνα σύστημα τό ὁποῖο θά δίνει σιγουριά στούς ἀνθρώπους, ἐπικαλούμενο ἀρχαῖες αὐθεντίες, πρόσωπα τά ὁποῖα ἔζησαν στό παρελθόν καί πού ἄνοιξαν τό δρόμο τηρώντας τά πατροπαράδοτα, καθιερώνοντας διδασκαλίες καί δοξαζόμενα στό διάβα τῶν αἰώνων ἀπό τά κατά καιρούς μέλη τῆς θρησκευτικῆς κοινότητας, πού ἔχουν ὡς κέντρο τῆς σχέσης τή μνήμη, πάνω στήν ὁποία χτίζουν τό παρόν τους μέ τήν αἴσθηση ὅτι κατέχουν τήν ἀλήθεια γιά τό νόημα καί τό σκοπό τῆς ζωῆς; Εἶναι νά γίνεται χρήσιμη σέ κοινωνικό ἐπίπεδο, διότι ἐμπνέει τούς ἀνθρώπους νά ἀναλαμβάνουν τίς εὐθύνες τους ἔναντι τοῦ Θεοῦ καί τῆς θρησκείας καί νά γίνονται ἐλεήμονες, νά προσφέρουν ἀπό τό περίσσευμα ἤ τό ὑστέρημά τους, γιά νά ἀνακουφίσουν τήν πίεση ἀπό τά διάφορα κοινωνικά προβλήματα πού ἔχουν νά κάνουν μέ τή φτώχεια καί τήν πείνα, ἀποτρέποντας κοινωνικές ἐκρήξεις, χωρίς ὅμως νά γίνονται ἐπικίνδυνοι γιά τή σταθερότητα τοῦ συστήματος τό ὁποῖο ἐπικρατεῖ, ἐφόσον δέν κηρύσσουν ἀντίσταση μέ κάθε τρόπο πρός τό πνεῦμα καί τό ἦθος του, ἀλλά προσπαθοῦν νά λυτρώσουν ἀπό τίς συνέπειες τῆς λειτουργίας του;

Ἡ μελέτη τῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας δίνει ἀπαντήσεις πού, ἄν μή τί ἄλλο, παρουσιάζουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καί μποροῦν νά συμβάλλουν στήν πνευματική μας αὐτοσυνειδησία. Καί οἱ ἀπαντήσεις αὐτές κατεξοχήν πηγάζουν ἀπό τήν ἐπίλυση τοῦ Χριστολογικοῦ προβλήματος, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε μέ τίς συζητήσεις καί τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γιατί ἄν κατανοήσουμε τί ἀληθινά εἶναι ὁ Χριστός στόν Ὁποῖο πιστεύουμε, τότε ἔχουμε τήν κατεξοχήν βάση γιά νά μπορέσουμε νά ἀπαντήσουμε στά παραπάνω ἐρωτήματα. Κλειδί γιά τήν ἀπάντηση εἶναι ἡ Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδος καί οἱ ἀποφάσεις της, μέ τίς ὁποῖες τονίστηκε ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι ὁ ἄνθρωπος τόν ὁποῖο προσέλαβε ὁ Θεός γιά νά δώσει τό μήνυμα τῆς αἰώνιας ζωῆς στόν κόσμο, οὔτε ὁ Θεός ὁ ὁποῖος παρέμεινε ἀνέγγιχτος ἀπό τήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση, μολονότι φάνηκε ὅτι ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ τέλειος Θεός πού προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση σέ ὅλες της τίς πτυχές, «δίχα ἁμαρτίας», δηλαδή ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, στή μία φύση Τοῦ Ὁποίου ἀλληλοπεριχωρήθηκαν ἡ θεότητα καί ἡ ἀνθρωπότητα καί παρέμεινε «ὁμοούσιος τῷ Πατρί» καί τήν ἴδια στιγμή «ὁμοούσιος τῇ μητρί», κατά τή διδασκαλία τοῦ κορυφαίου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας καί πρωταγωνιστῆ τῆς Συνόδου Ἁγίου Κυρίλλου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὑπῆρξε ὁ συνεχιστής τῆς Θεολογίας τοῦ προκατόχου του Μεγάλου Ἀθανασίου, ἐπίσης Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας. Ἐκεῖνος διδάσκει ὅτι θέωση σημαίνει τήν υἱοθεσία μας ἀπό τόν Θεό, τό νά γίνουν οἱ υἱοί τῶν ἀνθρώπων υἱοί τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχουμε προσληφθεῖ ἀπό τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τόν Μονογενῆ Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, διά τῆς σαρκός Του, διά τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του, ὡς τό σύνολο ἀνθρώπινο γένος τό ὁποῖο μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, νά θεωθεῖ δηλαδή. Σαρκωθείς ἐκ τῆς Παρθένου ὁ Λόγος δέν ἑνώθηκε μέ ἕναν μόνο ἄνθρωπο, ἀλλά μέ ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση. Γι” αὐτό καί κάθε τί πού ἐπιτεύχθηκε στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἐπεκτείνεται ἀμέσως σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιατί πλέον ὅλοι ἔχουμε κοινό σῶμα μέ Αὐτόν. Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἡ ῥίζα τῆς ἀνάστασης καί τῆς σωτηρίας μας. Καθένας ἀπό ἐμᾶς ἀνανεώνεται, χρίεται, θεραπεύεται καί ἐξυψώνεται ἐν Χριστῷ, γιατί Αὐτός ἔχει ἀναλάβει στόν ἑαυτό Του τόν καθέναν μας ἀνοίγοντας τόν δρόμο γιά τήν πραγματική ἑνότητα ὅλων μας μαζί Του. Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα χρίεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα στόν Ἰορδάνη, πεθαίνει στόν Σταυρό, ἀνασταίνεται καί ἀθανατίζει ἐν Χριστῷ, καθώς Αὐτός φέρει τό σῶμα μας (π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Οἱ Βυζαντινοί Πατέρες τοῦ 5ου αἰῶνα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 299).

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος θά συνεχίσει τή θεολογία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, στήν προσπάθειά του νά ἀπαντήσει στίς δοξασίες τοῦ Νεστορίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος, θέλοντας νά νικήσει τόν πειρασμό τῆς ἐλαχιστοποίησης τῆς ἀνθρώπινης φύσης στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἐξαφάνισης δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου μέσα στή θεότητα, ἕνας πειρασμός ὁ ὁποῖος πηγάζει καί ἀπό τή σύγκρουση τῶν δύο μεγάλων θεολογικῶν ρευμάτων, τῆς Ἀλεξανδρινῆς καί τῆς Ἀντιοχειανῆς – Ἀνατολικῆς Σχολῆς θέασης τῆς θεολογίας. Ὁ Νεστόριος διατυπώνει τή διδασκαλία ὅτι στόν Χριστό συναντοῦμε δύο φύσεις καί τήν ἴδια στιγμή δύο πρόσωπα. Ἡ ἀνθρώπινη φύση στόν Χριστό εἶναι τόσο πλήρης, ὥστε νά μπορεῖ νά ζεῖ καί νά ἀναπτύσσεται ἀφ” ἑαυτῆς. Ὁ Χριστός εἶναι ἄνθρωπος. Νίκησε τά πάθη καί τελειώθηκε προσωπικά καί κατόπιν ἔλαβε ὡς ἀνταμοιβή γιά τή νίκη Του τή δύναμη νά κηρύττει τό Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας. Γι” αὐτό καί κατά τόν Νεστόριο ἡ Παναγία εἶναι «Χριστοτόκος» καί «Ἀνθρωποτόκος» καί ὄχι «Θεοτόκος». Γιά τόν Νεστόριο, ἑπομένως, ἡ σωτηρία εἶναι γεγονός ἠθικό καί βουλητικό καί ὄχι ὀντολογική ἕνωση τῆς ἀνθρωπότητας μέ τόν Θεό, εἶναι μία ἰδιαίτερη ἠθική συμφωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό (Φλωρόφσκυ, ὅ.π., σελ. 451). Αὐτό συνεπάγεται ὅτι γιά τόν ἄνθρωπο τά πάντα ἐξαρτῶνται ἀπό τήν ἠθική καθαρότητα καί ἀπό τήν ἐπιθυμία του νά σωθεῖ.

Ὁ Κύριλλος ἐξεγείρεται ἐναντίον τοῦ Νεστορίου, διότι βλέπει τήν ἄρνηση τῆς ὀντολογικῆς ἕνωσης τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης φύσης στόν Χριστό, μέ τήν ἄρνηση ἑνός καί μοναδικοῦ Χριστοῦ καί μέ τή διάσπασή Του σέ δύο Υἱούς. Ἐπισημαίνει οὐσιαστικά τή δοκητικής προέλευσης διδασκαλία τοῦ Νεστορίου καί τονίζει ὅτι δέν εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἀνέβηκε στό θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ Θεός πού ἐμφανίστηκε ἐν ταπεινότητι. Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, δέν προσέλαβε τόν ἄνθρωπο. «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο» (Ἰωάν. 1,14) καί γι’ αὐτό ὁ Χριστός εἶναι Ἕνας. Μέ τήν εὐδοκία τοῦ Θεοῦ ὁ Λόγος δέχτηκε τόν θάνατο γιά ὅλους, δίνοντας τό δικό Του σῶμα, ἄν καί εἶναι κατά φύσιν Ζωή καί Ἀνάσταση. Αὐτό τό ἔκανε, ὥστε γευόμενος τόν θάνατο μέσα στή δική Του σάρκα, Αὐτός, λόγῳ τῆς ἀνεκφράστου δυνάμεώς Του, νά γίνει ὁ πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν καί ὁ πρῶτος καρπός ἀπό ἐκείνους πού πέθαναν καί νά ἀνοίξει στό σύνολο τῶν ἀνθρώπων τήν ὁδό γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀφθαρσίας, γιά σύμπασα τήν ἀνθρώπινη φύση (πρβλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 503-506).

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος θά ἐπισημάνει ὅτι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν ὑφίσταται πλέον καθ” ἑαυτήν, ἀλλά ἀνήκει στόν Λόγο. Στήν ἐνσάρκωση ὁ ἀναλλοίωτος Λόγος παραμένει ὅ,τι ἦταν καί θά εἶναι γιά πάντα, δηλαδή δέν παύει νά εἶναι Θεός. Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅμοιο μέ μᾶς τούς ἀνθρώπους, γι” αὐτό καί ὑφίσταται τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη» (τίς ἀνάγκες τῆς ἀνθρώπινης φύσης). Δέν ὑπόκειται ὅμως στήν ἁμαρτία. Προσλαμβάνει τή φύση μας καί τήν ἰδιοποιεῖται. «Ἐπεῖ οὖν τά παιδία κεκοινώνηκε σαρκός καί αἵματος καί αὐτός παραπλησίως μετέσχεν τῶν αὐτῶν ἵνα διά τοῦ θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν διάβολον, καί ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διά παντός τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (Ἑβρ. 2, 14). Δέ θά ἦταν ἀρκετή ἡ ἐνσάρκωση ἄν ὁ Χριστός ἦταν ἄνθρωπος ξεχωριστός τοῦ Θεοῦ. Θά περιοριζόταν τότε στό νά εἶναι δάσκαλος ἤ ὑπόδειγμα γιά τή ζωή μας. Ὅμως ἡ ἀνθρώπινη φύση δέ θά σωζόταν.

Μέ τήν Ἐνσάρκωση, κατά τόν Ἅγιο Κύριλλο, ἀρχίζει ἡ ἱστορική θεμελίωση τῆς «οἰκονομίας τῆς πίστεως», ἡ ὁποία ὁλοκληρώνεται στόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ στόν σταυρό. Γιά τόν ἅγιο ὁ Χριστός εἶναι ὁ Σωτήρας. Μία ἀπό τίς ἰδιότητες τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί ἡ Ἀρχιερωσύνη. Ἡ Ἀρχιερωσύνη, ὅμως, δέν εἶναι ἴδιον τοῦ Θεοῦ ἀλλά τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τελεῖ τίς ἱερουργίες τῆς Ἀρχιερωσύνης, διά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τήν ὁποία ἔχει προσλάβει. Γι” αὐτό καί ὁ Παῦλος, συγκρίνοντας τόν ἀρχιερέα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού πρόσφερε θυσίες ζώων γιά τόν ἐξιλασμό τῶν ἀνθρώπων, μέ τόν Χριστό, τόν Ἀρχιερέα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐπισημαίνει ὅτι ὁ Χριστός «διά τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τά Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος» (Ἑβρ. 9, 12). Ὅμως ἕνας ἀνθρώπινος θάνατος ἀπό μόνος του δέν μπορεῖ νά λυτρώσει. Ἄν ὁ Χριστός ἦταν μόνο ἄνθρωπος, τότε ἡ σωτηρία θά ἦταν ὀντολογικῶς ἀδύνατη, δέ θά μποροῦσε νά πραγματοποιηθεῖ ἡ κάθαρση τῆς ὅλης ἀνθρώπινης φύσης καί ἡ ἄνοδός της στόν Θεό. Ὁ Θεός, βεβαίως, δέν μπορεῖ νά πάθει μέ τήν ἴδια Του τή φύση. Γι” αὐτό καί προσλαμβάνει τό σῶμα πού ὑπόκειται στό πάθος. Ἔτσι, ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ εἶναι «πάσχουσα σάρκα». Δέ βαπτιζόμαστε, ἑπομένως, στόν θάνατο ἑνός ἀνθρώπου, ἀλλά διακηρύττουμε τόν θάνατο τοῦ Σαρκωθέντος Θεοῦ. Ἀποκαλύπτεται σέ μᾶς ἡ κάθοδος τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ ἡρωισμός τῆς αὐτο-ἀνυψώσεως ἑνός ἀνθρώπου σέ Θεό.

Τήν ἴδια στιγμή μέ τήν ἐνσάρκωση δέν μειώνεται ἡ θεότητα. Ἡ σάρκα, ὅμως, ὑπάρχει ἀχώριστος τῆς θεότητος. Τό πάθος ἐπιτελεῖται διά μέσου τῆς ἀνθρωπότητας καί τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἀλλά δέν εἶναι τό πάθος ἑνός ἀνεξάρτητου προσώπου. «Δέν ἀπορρίπτουμε», διδάσκει ὁ ἅγιος Κύριλλος, «τίς διαφορές ἀνάμεσα στίς φύσεις, ἀλλά οὔτε καί τίς μοιράζουμε σέ δύο πρόσωπα». Ὁ Λόγος, παρότι «σάρξ ἐγένετο», παραμένει Θεός. Ὀνομάζεται Χριστός (δηλαδή κεχρισμένος) στό βαθμό καί δυνάμει τῆς ἑνώσεώς Του μέ τήν κεχρισμένη ἀνθρώπινη φύση. Γι” αὐτό καί ἡ Παναγία ὀνομάζεται καί εἶναι Θεοτόκος, γιατί γέννησε τόν Ἐνανθρωπήσαντα ἐν σαρκί Λόγο «ὄχι γιά νά δώσει ἀρχή στήν ὕπαρξη τοῦ Λόγου, ἀλλά οὕτως ὥστε Αὐτός, ἔχοντας γίνει ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς, νά μποροῦσε νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τή φθορά καί τόν θάνατο. Ὁ Λόγος γεννήθηκε ὄχι μέ μεταβολή τῆς Οὐσίας Του, ἀλλά διά τῆς ἑνώσεως μέ τήν ὁρατή σάρκα. Γι” αὐτό καί δέν πρέπει νά μιλᾷ κανείς γιά σύμ-προσκύνηση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά μᾶλλον γιά μία καί μοναδική προσκύνηση τοῦ προσώπου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου». Καί, τέλος, ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ζωοδότρια σάρκα. Αὐτό τό βιώνουμε στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅπου ἡ σάρκα καί τό αἷμα τοῦ Λόγου μᾶς δίνουν ζωή. Ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό Λόγο, ὁ Ὁποῖος ἐνεργοποιεῖται γιά χάρη μας ὡς ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου (Φλωρόφσκυ, σελ. 516).

Στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό σάν ῥευστοποιημένα κομμάτια λιωμένου κεριοῦ. Δέν ἑνωνόμαστε μαζί Του ἀπό βούληση ἤ ἀπό ἀγάπη, μέ βάση δηλαδή τή δική μας δύναμη, ἀλλά ἐπειδή ὁ Ἴδιος προσφέρεται σέ μᾶς. Τόν προσλαμβάνουμε δεχόμενοι τό Ἀναστημένο Σῶμα Του, τό ὁποῖο πληροί ὅλη μας τήν ὕπαρξη καί μᾶς κάνει νά ἑνωνόμαστε σωματικῶς μαζί Του, ὅπως τά κλαδιά ἀποτελοῦν ἀδιάσπαστο τμῆμα τοῦ ζωηφόρου κλήματος. Ὅπως ἀκριβῶς λίγο προζύμι ζυμώνει ὅλο το φύραμα, ἡ Θεία Εὐχαριστία ζυμώνει ὅλο τό σῶμα μας. Τό ζυμώνει μέσα της καί τό γεμίζει μέ τή δύναμή της, «ἔτσι ὥστε ὁ Χριστός νά κατοικεῖ μέσα μας καί ἐμεῖς μέσα Του, γιατί ὑπάρχει κάθε λόγος νά ποῦμε ὅτι τό προζύμι βρίσκεται σέ ὅλο τό φύραμα καί τό φύραμα βρίσκεται σέ ὅλο τό προζύμι κατά τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο. Διά τῆς Ἁγίας Σαρκός τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἰδιότητα τοῦ Μονογενοῦς, δηλαδή ἡ Ζωή, μᾶς διαπερνᾷ καί κάθε ζῶσα ἀνθρώπινη ὕπαρξη μεταμορφώνεται σέ αἰώνια ζωή καί μιά ἀνθρωπότητα δημιουργημένη γιά αἰώνια ζωή εἶναι ὑπεράνω τοῦ θανάτου καί ἐλευθερώνεται ἀπό τήν θνητότητα πού εἰσῆλθε διά τῆς ἁμαρτίας στή φύση μας» (βλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 503).

Ἔτσι, ὅλοι μας ἀποτελοῦμε μία ὀντότητα καί μεταξύ μας καί ἐν Χριστῷ στήν Ἐκκλησία. Σύσ-σωμοι μεταξύ μας καί σύσ-σωμοι μέ τόν Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία, ἔστω κι ἄν εἴμαστε ὅσοι τήν ἀπαρτίζουμε ἀτελεῖς, «μᾶς δείχνει τήν ἑνότητα τῆς ὁμοθυμίας καί τῆς εἰρήνης, ὡς εἰκόνα τῆς θείας ἑνότητας» (Φλωρόφσκυ, σελ. 490). Ὁ ἕνας καί μοναδικός Χριστός, στό πρόσωπο τοῦ Ὁποίου ὑπάρχει ἡ Ἑνότητα τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης φύσης, γίνεται γιά μᾶς ἑνότητα Ζωῆς, καθώς μᾶς μεταδίδεται ἀπό τήν Ἐκκλησία διά τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ ἑνότητα, ὅμως, μέ τόν Θεό καί μεταξύ μας δέν εἶναι γιά μᾶς ἔμφυτη, ἀλλά καρπός τῆς μυστικῆς-μυστηριακῆς μας ἕνωσης μέ τόν Χριστό. Μόνο ἔτσι γνωρίζουμε Ποιός ἀληθινά εἶναι ὁ Θεός. Καί ἡ πλήρης γνώση τοῦ Θεοῦ συνίσταται ἀπό τή γνώση του ὅτι ὁ Θεός ὑπάρχει, ὅπως ἐπίσης καί ἀπό τή γνώση ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Πατέρας καί εἶναι ὁ Πατέρας τοῦ Υἱοῦ καί τήν ἴδια στιγμή Αὐτός ἀπό τόν Ὁποῖο τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται. Ὁ Χριστός, ἐκτός ἀπό τή Ζωή, μᾶς ἀποκαλύπτει καί τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὅτι εἶναι Πατέρας, καθώς γεννᾷ τόν Υἱό, καί τήν ἴδια στιγμή ὑπάρχει ὡς Ἐκεῖνος διά τοῦ Ὁποίου ἐκπορεύεται τό Ἅγιο Πνεῦμα (πρβλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 486).

Πενιχρή ἡ σκέψη μας γιά τόν Θεό. Μέσα σέ μυστήριο καί σκιά προσιτή ἡ γνώση Του. Καί εἶναι ἀνέφικτη ἡ κατανόηση καί βίωση τοῦ μυστηρίου χωρίς ἄφθονη βοήθεια καί φωτισμό ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅλα ἀποκαλύπτονται στό φῶς καί τήν ἐμπειρία τῆς πίστεως. Ἡ πίστη προηγεῖται τῆς ἔρευνας. Τό ὡραῖο, ὅμως, εἶναι ὅτι ἀκόμη καί στήν ἐλάχιστη γνώση γιά τόν Θεό λάμπει ἡ ὀμορφιά τῆς Ἀλήθειας ἀδιάσπαστη καί στήν ὁλότητά της. Στή μέλλουσα ζωή θά ἐξαφανιστεῖ ἡ ἀτέλεια καί ἡ μερικότητα. Θά δοῦμε καθαρά καί πλήρως τή δόξα τοῦ Θεοῦ «ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ» (Β’ Κορ. 3, 18), μέ ἀνεμπόδιστο νοῦ. Γι” αὐτό καί ὁ ἅγιος Κύριλλος προτιμᾷ τήν ἐμπειρική ἀπό τήν ἐρευνητική καί διανοητική γνώση. Καί ὅλα αὐτά μέσα σέ ἕνα ἦθος ἐλευθερίας, τό ὁποῖο ἐκφράζεται μέ τή συνειδητή μετοχή στόν τρόπο τῆς Ἐκκλησίας. Δέν μποροῦμε, λέει ὁ ἅγιος, νά λειτουργοῦμε μέ «διψυχία». Δέν μποροῦμε νά μετέχουμε στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἴδια στιγμή νά συμμετέχουμε στήν εἰδωλολατρία τοῦ κόσμου. Ἡ νηστεία, ἡ ἐγκράτεια, ἡ προσευχή, ἡ ἐλεημοσύνη, τά ἔργα γενικότερα τῆς εὐσπλαχνίας καί τῆς φιλανθρωπίας ἀποτελοῦν τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀρνούμαστε στήν πράξη τή «διψυχία», τήν ὁποία ὁ χριστιανός βιώνει ἐν τῷ κόσμῳ (Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Πασχάλιες ἐπιστολές 12 καί 14).

Ὅλα τά παραπάνω μᾶς βοηθοῦν στό νά ἐπανέλθουμε στά ἐπιμέρους ἀρχικά ἐρωτήματα γιά τό ποιά εἶναι ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἐκκλησία δέν ὑπόσχεται μία μεταφυσική ἕνωση μέ τόν Θεό, διότι ἡ μετοχή τοῦ πιστοῦ στά μυστήρια σ” αὐτή τή ζωή δέν εἶναι τύπος καί σύμβολο, ἀλλά ὀντολογική βίωση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ, ἀπό τόν παρόντα κόσμο καί χρόνο. Ἄν πιστεύουμε στόν Λόγο ὁ Ὁποῖος «σάρξ ἐγένετο», τότε Τόν κοινωνοῦμε ὀντολογικά στή Θεία Εὐχαριστία. Ἀναλόγως τοῦ φωτισμοῦ μας μετέχουμε στή Ζωή πού Ἐκεῖνος μᾶς δίνει. Γιατί οἱ πάντες, ἀνεκφράστως καί πέρα ἀπό τή λογική μας, μποροῦμε διά τῆς δυνάμεώς Του νά ἀναγεννηθοῦμε, ἐφόσον κατανοήσουμε ὅτι χρειαζόμαστε τή Ζωή. Μέ τή Θεία Κοινωνία διώχνεται ἡ σήψη ἀπό τή φύση μας καί ἀποβάλλεται ὁ θάνατος, ὁ ὁποῖος συνοδεύει τήν ἁμαρτία. Ὁ Χριστός, διά τῆς σαρκός καί τοῦ αἵματός Του, κρύβει ζωή μέσα μας καί παρεμβάλλει ἀθανασία, καταστρέφοντας τή σήψη. Χρειάζεται, ὅμως, πίστη γιά νά βιώσουμε τό μυστήριο. Κάθε φορά πού κοινωνοῦμε, ἐπαναβεβαιώνουμε τή ζωή πού ὁ Χριστός μᾶς δίδει. Μπολιάζουμε τήν ὕπαρξή μας, σῶμα καί ψυχή, μέ σπέρματα ἀθανασίας. Ἀρκεῖ νά πιστεύουμε καί νά ἀγωνιζόμαστε. Ὑφιστάμεθα μία ὀντολογική ἀλλαγή καί δέν εἶναι τύπος τῆς αἰώνιας ζωῆς ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό ἀλλά βίωσή της καί ξεκίνημά της ἀπό τό σήμερα. Δέν περιμένουμε τόν θάνατο γιά νά ζήσουμε τήν αἰωνιότητα, ἀλλά ἤδη τήν καθιστοῦμε οἰκεία μας μέσῳ τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ δρόμος αὐτός γίνεται ἀρχή καί ἐπαναβίωση ἑνός συνολικοῦ τρόπου ζωῆς πού μεταμορφώνει καί ἠθικά τήν ὕπαρξή μας. Μόνο πού δέ λειτουργοῦμε ὑπακούοντας σέ νόμους καί κανόνες, ἐπιλέγοντας νά εἴμαστε οἱ φύλακες τῆς ἠθικῆς μιᾶς κοινωνίας, αὐτοί πού ζητοῦμε τήν τάξη καί τό δέον γιά νά προχωρήσει ἡ κοινωνία σέ μία ἠθικοποίησή της, στό νά γίνουν δηλαδή οἱ ἄνθρωποι «καλοί». Ἡ ἠθική ἔρχεται ὡς ἀπότοκος τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό, πού μᾶς λυτρώνει ἀπό τή σήψη τοῦ θανάτου. Δέν προηγεῖται τῆς πίστης, ἀλλά ἕπεται. Δέν εἶναι προϋπόθεση ἀνάγκης ἡ ἠθική, ἀλλά καρπός τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Θεό. Δέν ἁμαρτάνουμε ἐπειδή θέλουμε νά πᾶμε στόν Παράδεισο, ἀλλά ἔχοντας λάβει τόν Παράδεισο, ὑπερβαίνουμε τήν ἁμαρτία. Γι” αὐτό καί ἡ σχέση μέ τόν Χριστό εἶναι χαρά, ὄχι «δέον». Γι” αὐτό καί ἀναγνωρίζουμε ὅτι οἱ πιστοί δέν εἴμαστε καθαροί ἀφ’ ἑαυτοῦ μας, ἐκ τῶν κατορθωμάτων μας, ὅτι τελειοποιούμαστε δηλαδή νεστοριανικά καί δικαιούμαστε τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀλλά, ἐπειδή ὁ Χριστός ἑνώθηκε μέ τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἑνώνεται μαζί μας, μποροῦμε νά προσπαθοῦμε κατά πάντα. Παραμένουμε, λοιπόν, ἐν ταπεινώσει. Δέν κρίνουμε τούς ἄλλους γιά τήν ἀδυναμία καί τή διψυχία τους, γιατί βλέπουμε ὅτι κι ἐμεῖς, χωρίς τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τό ἴδιο δίψυχοι εἴμαστε, στούς λογισμούς, τίς ἐπιθυμίες, στίς πράξεις, στά συναισθήματα. Καί δέν αὐτοδικαιωνόμαστε, διότι γνωρίζουμε ὅτι «χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. 15, 5).

Σ’ αὐτό τό σημεῖο ἴσως ὑπάρχει ἡ ἔνσταση ὅτι τό ἀποτέλεσμα καί στίς δύο προοπτικές βίωσης τῆς πίστης εἶναι τό ἴδιο: τό νά γίνεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι, ὅμως, ἀκριβῶς ἔτσι. Ἡ μετοχή στήν Ἐκκλησία δέν φέρνει τήν ἔπαρση τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά τήν ταπεινοσύνη τῆς ἀγάπης. Ὁ κόσμος ζητᾷ τή δικαιοσύνη, ἐπιδιώκοντας τήν τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἡ πίστη ζητᾷ τήν ἀγάπη, ἐπιδιώκοντας τή μετάνοια τοῦ κάθε ἁμαρτωλοῦ. Ἡ ἠθική ἀπό τήν πλευρά τοῦ κόσμου ἔχει νά κάνει μέ τήν προτυποποίηση τῶν ἀνθρώπων, ὄχι ὅμως ἐπειδή ἀποδέχονται τό καλό καί ἡ συνείδησή τους τούς ὠθεῖ σ’ αὐτό, ἀλλά ἐπειδή δέν πρέπει νά ὑπάρχει χάος καί ἀταξία. Γιά τήν πίστη, ὅμως, οἱ νόμοι εἶναι περιττοί. Ὁ χριστιανός δέν ἠθικοποιεῖται ἁπλῶς, ἀλλά ζεῖ τή χάρη καί τήν εὐλογία τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό. Γνωρίζει τό θέλημά Του καί γνωρίζει τήν ἴδια στιγμή τήν προσωπική διψυχία του. Δέν περιμένει ἀπό τόν νόμο νά τοῦ ἐπιβάλλει τά ὅρια, ἀλλά ἔχει ἤδη αὐτοτοποθετηθεῖ στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἔχει λάβει τόν νόμο τῆς ἀγάπης καί ἔχει ἐπιλέξει τήν ὁδό τοῦ ἀγώνα κατά τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία καθιστᾷ τήν ἠθική ἁπλῶς τύπο τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ ζῆν. Γι” αὐτό καί ἡ πνευματική ζωή, παρά τή σύγκρουση μέ τό κοσμικό φρόνημα, δίνει στόν χριστιανό χαρά, σέ ἀντίθεση μέ τά «πρέπει» τῆς ἠθικῆς.

Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἁπλῶς χρήσιμη σέ κοινωνικό ἐπίπεδο. Δέν ἀπορρίπτει βεβαίως τήν κοινωνική διακονία, ἡ ὁποία ἔρχεται ὡς ἀπότοκος τῆς ἀγάπης ἀλλά καί τῆς ἱστορικότητας τῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο, διότι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνο γιά τό «ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων», γιά τήν ἐσχατολογική προοπτική, ἀλλά ξεκινᾷ ἀπό τό «νῦν» τῆς Ἱστορίας, μή παραβλέποντας τόν ἄνθρωπο καί τίς ἀνάγκες του. Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία προτάσσει τό «οὐκ ἐπ” ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Πρώτιστος σκοπός τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό διά τοῦ Λόγου, τοῦ Κυρίου μας. Καί ἡ ἕνωση αὐτή δέν μπορεῖ νά ἐπέλθει χωρίς τήν κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει «συμφυής», ψυχή τέ καί σώματι. Ἡ κάθαρση ἔρχεται διά τῆς κοινωνίας τοῦ Λόγου ἀλλά καί τῆς πνευματικῆς μας προσπάθειας, ἡ ὁποία ἀγκαλιάζει καί τό σῶμα καί τήν ψυχή. Ὁ ὅποιος πνευματικός ἀγῶνας μας, χωρίς νά λειτουργεῖ στήν προοπτική τῆς προσωπικῆς μας αὐτάρκειας καί τοῦ «ἐξαναγκασμοῦ» τοῦ Θεοῦ νά μᾶς δώσει τή χάρη Του, ἐντούτοις εἶναι τό σημεῖο τό ὁποῖο μαρτυρεῖ τή διάθεση τῆς ἐλεύθερης ὕπαρξής μας νά κοινωνήσει τόν Θεό. Καί Θεός καί ἄνθρωπος συνεργοῦν στό μυστήριο τῆς σωτηρίας. Γι” αὐτό καί ὁ Χριστός δέν εἶναι ἕνας προφήτης ἤ ἕνας κοινωνικός διδάσκαλος, ὅπως θά συνέβαινε ἐάν ἴσχυε ἡ διδασκαλία τοῦ Νεστορίου. Τότε ἡ Ἐκκλησία θά ἦταν ἕνας ὀργανισμός ἀνθρώπινος, ἰδεολογικός, ἀκτιβιστικός. Θά ζητοῦσε ἀπό τούς ἀνθρώπους καλές πράξεις γιά νά μπορεῖ ἡ κοινωνία νά θεραπεύει ἀδικίες. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, ζητᾷ τή σωτηρία τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος καλεῖται νά ἑνωθεί μέ τόν Θεό. Ἡ ἕνωση, ὅμως, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα ἠθικῆς καθαρότητας ἀλλά ἀνταπόκρισης στήν κλήση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἡ πνευματική ζωή, ἡ προσευχή, ἡ ἄσκηση, πρωτίστως ἡ μετάνοια, τρόποι οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦνται ταυτόχρονα καί σωματικά καί ψυχικά, δηλαδή βλέπουν τόν ἄνθρωπο ἑνιαῖα, δείχνουν τήν ὁδό τῆς θεολογίας μας, ὅτι δηλαδή ὁ ἄνθρωπος βάζει ὅ,τι μπορεῖ ἀπό τή δύναμη ἤ μετανοεῖ γιά τήν ἀδυναμία του καί ὁ Χριστός, κατερχόμενος, ἀναπληρώνει καί τελειοποιεῖ διά τῆς χάριτός Του τά ἐλλείποντα.

Αὐτή ἡ στάση καλό εἶναι νά μᾶς δίνει ἀφορμές γιά προβληματισμούς στήν ἐποχή μας. Ὁ κόσμος περιμένει ἀπό ἐμᾶς νά δικαιολογήσουμε τή χρησιμότητα τῆς ὕπαρξής μας καί τῆς παρουσίας μας μέσα στήν κοινωνία, τήν παραγωγικότητά μας. Καί ἀποδέχεται τό δικαίωμά μας νά λειτουργοῦμε σέ κοινωνικό ἐπίπεδο, εἶτε μέ τή μορφή τῆς συναλληλίας μέ τό κράτος, εἴτε μέ τό δικαίωμα τῆς παράδοσης, πού πηγάζει ἀπό τήν ἱστορική μας προσφορά, ἀδιαφορώντας γιά τήν οὐσία τῆς πνευματικῆς μας ἀποστολῆς. Αὐτή σκοντάφτει στό δικαίωμα στήν ἰδιωτικότητα. Ἔτσι, ὑπάρχουν στήν οὐσία δύο Ἐκκλησίες γιά τόν κόσμο. Ἡ μία, ἀνθρώπινη, ἡ ὁποία ἔχει νά κάνει μέ τή χρησιμότητα καί ἐνδιαφέρει ὅλους, ἀκόμη καί τούς μή πιστεύοντες. Ἡ ἄλλη, θεϊκή, ἡ ὁποία ἔχει νά κάνει μέ τή σωτηρία τῆς ψυχῆς, τήν αἰώνια ζωή, τή σχέση μέ τόν Θεό. Μόνο πού αὐτή δέν ἐνδιαφέρει τούς πολλούς. Εἶναι ἰδιωτικό γεγονός, κατά τή γνώμη τους. Ἀνέχονται τήν παρουσία αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας μόνο ἐφόσον ὑπάρχει ἡ πρώτη. Ὁ νεστοριανισμός ἀπό τήν ἀντίθετη ὄψη, ὄχι τῆς θεολογίας ἀλλά τοῦ κόσμου. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, εἶναι μία καί ἑνιαία. Καί εἶναι χρέος μας νά ἐπιμείνουμε στήν προσφορά καί τή διακονία τοῦ ἀνθρώπου στήν ἀκέραιη διάστασή του.

Ἐδῶ εἶναι καί ἡ πρόκληση τῆς ἀποστολῆς μας σήμερα. Νά προσπαθήσουμε νά δώσουμε στούς ἀνθρώπους τή Θεανθρωποκεντρική διάσταση τῆς πνευματικῆς μας παράδοσης. Δέ δίνουμε τροφή στούς πεινώντας γιατί θέλουμε νά εἴμαστε χρήσιμοι. «Τόν φυλάσσοντα ἀλήθειαν εἰς τόν αἰῶνα, ποιοῦντα κρῖμα τοῖς ἀδικουμένοις, διδόντα τροφήν τοῖς πεινῶσι», ψάλλουμε στή Θεία Λειτουργία (Ψαλμ. 145). Ὁ Χριστός εἶναι Αὐτός ὁ Ὁποῖος διαφυλάττει τήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς στόν αἰῶνα, δικαιώνει αὐτούς πού ἀδικοῦνται καί δίδει τροφή σ” αὐτούς πού πεινοῦνε, ὄχι ἐμεῖς. Ὅ,τι κάνουμε εἶναι γέννημα αὐτῆς τῆς πίστης μας. Ἄν δέν μιλοῦμε γιά τόν Θεό μέσα ἀπό τά ἔργα τῆς ἀγάπης, ἄν δέν εὐαγγελίζουμε τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἀποσκοποῦμε μόνο στό νά ἀποδείξουμε τή χρησιμότητά μας, νά προβληθοῦμε, νά μήν ἀπορριφθοῦμε ἀπό μία κοινωνία ἡ ὁποία ἔχει ἀλλοτριωθεῖ στήν προοπτική τοῦ οἰκονομοκεντρισμοῦ, ὅπου δέν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ἀλλά μόνο ἀριθμοί καί ὁ ἄρτος εἶναι τό πᾶν, τότε ἔχουμε παγιδευθεῖ στήν ἀλλοτρίωση τοῦ κόσμου. Ἐάν δέν διακηρύττουμε τήν ἀνάσταση τοῦ σώματος, ἐάν δέν καταδεικνύουμε τί σημαίνει νά ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό καί ὄχι ἁπλῶς νά εἴμαστε καλοί καί χρήσιμοι ἄνθρωποι, τότε μετατρέπουμε τήν πίστη σέ ἠθικό σύστημα, ἀντί γιά τόν Θεάνθρωπο παραμένουμε στόν ἄνθρωπο. Καί ὁ ἄνθρωπος οὔτε σώζει οὔτε σώζεται ἀφ’ ἑαυτοῦ του.

Ἄλλωστε, ἡ ὅποια χρησιμότητά μας στήν οὐσία δέν ἀνατρέπει τίς ἀδικίες τῆς κοινωνίας, ἁπλῶς τίς συντηρεῖ. Διότι τό ἦθος καί ὁ τρόπος τοῦ κόσμου δέν ἀλλάζει μέ τό φιλανθρωπικό ἔργο, καθώς τό σύστημα πού προκαλεῖ τήν ἀδικία παραμένει ἀνέπαφο. Μόνο ἡ μετάνοια ἀπό τούς ἔχοντες καί κατέχοντες, καί ἡ ἀπόρριψη τοῦ πλούτου καί τῆς αὐτάρκειας ὡς τοῦ κυρίως στόχου τῆς ζωῆς, πού θά ὁδηγήσει σέ μέριμνα γιά ὅλους, ὑπάρχει περίπτωση νά ὁδηγήσει σέ ῥιζικότερες ἀλλαγές. Καί αὐτή ἡ στάση ἔχει νά κάνει μέ τήν πολιτική ἡ ὁποία θά ἀφορμᾶται ἀπό τή σχέση μέ τόν Θεό, δηλαδή ἀπό τή θέαση τοῦ ἀνθρώπου μέ βάση τή θεανθρωποκεντρική προοπτική, κάτι πού σήμερα, περισσότερο ἀπό ὅ,τι στό παρελθόν, φαίνεται οὐτοπία.

Τήν ἴδια στιγμή καλούμαστε συνεχῶς νά παλεύουμε ἔναντι τῆς ἀντίληψης ὅτι ἀνήκουμε στό παρελθόν καί κέντρο τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ μνήμη καί ὄχι ἡ ἐργασία ὡς τῆς μικρᾶς ζύμης πού «ζυμοῖ ὅλον τό φύραμα» (Γαλ. 5,9). Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ παράδοση καί τό παρελθόν ἀποτελοῦν πυλῶνες γιά τήν πορεία μας. Δέν ὑπάρχουμε, ὅμως, μόνο γιά νά συντηροῦμε ὅ,τι ἔχουμε παραλάβει. Καλούμαστε συνεχῶς νά ἔχουμε τήν αὐτοσυνειδησία τῆς ζύμης. Οἱ ἅγιοί μας δέν μᾶς ὁδηγοῦν πρός τά πίσω, σέ μία φαντασιακή ἰδανική κατάσταση μιᾶς κοινωνίας ἄσπιλης καί ἀναμάρτητης, στήν ὁποία θριάμβευαν οἱ πνευματικές ἀξίες καί ὅλα τά ἀνθρώπινα προβλήματα ἦταν λυμένα. Καί μόνο ὁ ἀγῶνας τῶν Πατέρων νά ἀποφύγουν τή διάσπαση ἀνάμεσα στόν λαό καί ἡ ἀδυναμία τους, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, νά πείσουν μέ τούς λόγους τους ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς τότε χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας νά παραμείνει στήν ὄντως Ἀλήθεια τῆς πίστης, μαρτυρεῖ ὅτι τό παρελθόν δέν ἦταν τόσο τέλειο, ὅσο πολλές φορές θέλουμε νά πιστεύουμε. «Πειρασμοί πάντοθεν κυκλοῦσι» τή ζωή μας. Ὁ ἀγῶνας μας εἶναι νά μιμηθοῦμε τούς Πατέρες τῶν Συνόδων ὄχι μόνο γνωρίζοντας καί υἱοθετώντας τή διδασκαλία τους καί δίδοντας μαρτυρία γι’ αὐτήν στό λαό μας, ἀλλά καί ἐπιζητώντας τήν ἕνωση μέ τόν Θεό, πού οἱ ἴδιοι βίωναν. Δέν ἀρκεῖ νά γνωρίζουμε ποιό εἶναι τό νόημα καί ὁ σκοπός τῆς ζωῆς διά τῆς διανοίας καί τῆς βουλήσεως. Μέ τό σύνολο τῆς ζωῆς μας «σήμερον» νά ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, ζῶντας ὄχι γιά τούς ἑαυτούς μας, ἀλλά γιά Ἐκεῖνον πού ἀπέθανε καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς. «Ὑπέρ πάντων ἀπέθανε ὁ Χριστός ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλά τῷ ὑπέρ αὐτῶν ἀποθανόντι καί ἐγερθέντι» (Β’ Κορ. 5, 15).

Ὑπάρχοντας μέσα στό δημιούργημα διά τῆς κοινωνίας -«διά μετοχῆς»- καί δίνοντάς του ζωή, ὁ Λόγος ὑπερβαίνει τήν ἀδυναμία τῶν κτιστῶν ὄντων πού ἔχουν ἔρθει στήν ὕπαρξη καί ὑπόκεινται στή φθορά καί τό τέλος τόσο ἐξαιτίας τῆς κτιστότητας ὅσο καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας καί δημιουργεῖ αἰωνιότητα γι” αὐτά. Ὁ Λόγος εἶναι ἡ ἐκ φύσεως Ζωή. Ἡ Αὐτό-Ζωή. Γι” αὐτό εἶναι Ζωή γιά ὅλη τή δημιουργία. Διά τοῦ φωτός τοῦ Λόγου τά ὄντα ἔρχονται στήν ὕπαρξη ἀπό τό σκότος τῆς ἀνυπαρξίας. Ἡ κτιστή ὕπαρξη ἔρχεται στό εἶναι «καί τό Φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει» (Ἰωάν. 1, 18). Ἡ παρουσία τοῦ Λόγου στή δημιουργία δέν ἐξαφανίζει τό ὅριο μεταξύ Αὐτοῦ καί τῶν δημιουργημάτων. Ἀντίθετα, αὐτό τό ὅριο γίνεται ὅλο καί περισσότερο σαφές σέ μᾶς, ὅταν γίνεται φανερό ὅτι ἡ κτίση ἀλλά καί ἐμεῖς ὑπάρχουμε καί ζοῦμε μόνο διά τῆς κοινωνίας μέ κάτι διαφορετικό ἀπό τήν κτίση, καί τήν ἴδια στιγμή μέ Ἐκεῖνον πού ἔγινε ἕνας μέ μᾶς, μόνο διά τῆς κοινωνίας μέ τήν Αὐθύπαρκτη Ζωή (βλ. Φλωρόφσκυ, ὅ.π. σελ. 494).

Αὐτή τήν κοινωνία τή βιώνουμε στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Καί μόνο σ” αὐτή τή ζωή μποροῦμε νά δοῦμε τόν Θεό. Μέσα ἀπό τά μυστήρια καί ἰδίως ἀπό τή Θεία Εὐχαριστία ὁ Λόγος κατοικεῖ ἐν ἡμῖν. Ὅσο ζοῦμε, ὅμως, ἡ ἁμαρτία πάντοτε θά ἀποτελεῖ ὅριο στήν πληρότητα τῆς ὀντολογικῆς μας ἀλλαγῆς. Τό ζήτημα δέν εἶναι ἐάν οἱ αἰσθήσεις μας, οἱ ὁποῖες πάντοτε καλύπτονται ἀπό μία παχύτητα πνευματική, μποροῦν νά δοῦνε τόν Θεό, ἀλλά κατά πόσον ζοῦμε διά τῆς χάριτος, ἡ ὁποία εἰσέρχεται ἐντός μας, τή μεταβολή μας σέ ναούς τοῦ Θεοῦ καί θεούς. Καί σημεῖα αὐτῆς τῆς ὀντολογικῆς μας μεταμόρφωσης εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή, ἡ σοφία, ἡ δύναμη σέ κάθε περίσταση καί μπροστά σε κάθε ἐμπαθῆ καί ἁμαρτωλή κατάσταση. Αὐτή ἡ μεταβολή περιλαμβάνει καί τίς αἰσθήσεις μας, γιατί κι αὐτές προσελήφθησαν ἀπό τόν Χριστό γιά νά θεραπευθοῦν, μαζί μέ τόν ὅλο ἄνθρωπο. Ὁ λογικοκρατούμενος ἄνθρωπος ζητεῖ ἁπτές ἀποδείξεις τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, λησμονώντας ὅτι καί πρέπει νά καταβάλλει ἀγῶνα γιά νά συμπεριληφθεῖ στούς «καθαρούς τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. 5,8), ὅπως ἐπίσης καί ὅτι «πίστις ἐστί ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11, 1), ἀλλά καί ὅτι κάθε φορά πού κοινωνεῖ τόν Χριστό ἐπαναβεβαιώνει τήν παρουσία Του ἐντός του. Τό θέμα εἶναι πόσο ὁ ἴδιος ἀφήνει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ νά καθίσταται ἐνεργή, νά ἀλλάζει τή ζωή του, νά τοῦ δίδει χαρά καί πληρότητα. Κι ἐδῶ ἔγκειται ὁ πνευματικός ἀγῶνας τοῦ καθενός μας, γιά νά ἔρθει ἡ βίωση τῆς ἕνωσης, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐκ τοῦ Βαπτίσματος, ἐκ τῆς Εὐχαριστίας καί ἐκ τῆς ζωῆς τῆς πίστεως ἐν Ἐκκλησίᾳ.

Ποιμαντικά, καί ἰδίως στό περιεχόμενο τοῦ θείου κηρύγματος, θά ἦταν σπουδαῖο ἐάν ἐμπλουτίζαμε θεολογικά τή διακονία τοῦ λόγου, ἐπισημαίνοντας τήν ἀνάγκη ὑπέρβασης τῆς διψυχίας, τήν ὁποία ζοῦμε καί ἀντιμετωπίζουμε ὡς χριστιανοί, διά τῆς κοινωνίας μέ τόν Χριστό στήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία. Νά τονίζουμε ὅτι ὀφείλουμε νά μήν παραδιδόμαστε στή λογική τῆς χρησιμοθηρίας, ἀδιαφορώντας γιά τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κατεξοχήν πνευματική μας ἀποστολή. Δέν μποροῦμε νά ἐξαντλοῦμε τό νόημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας στόν ἀκτιβισμό, γιά νά δικαιολογοῦμε τήν παρουσία μας στόν κόσμο, ἀφήνοντας κατά μέρος τήν ἀξία τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Παράλληλα, στό κήρυγμα ἄς ὑπενθυμίζουμε τήν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἡ ὁποία θά εἶναι ἀνάσταση σωμάτων, τοῦ ἴδιου σώματος τῆς ἀνθρώπινης φύσης τό ὁποῖο προσέλαβε ὁ Χριστός. Ἄς ἐπισημαίνουμε ἀκόμη τό ὅτι ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων δέν ἦταν νοητική καί βουλητική μόνο, ἀλλά ὀντολογική· σύνολη ἡ ἀνθρώπινη φύση προσελήφθη ἀπό τόν Χριστό καί γι” αὐτό ὁ ἄνθρωπος σώζεται στήν ψυχοσωματική του, δηλαδή στήν ὑπαρξιακή του πληρότητα. Ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἐξάλλου, εἶναι ἕνωση μέ τόν Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος, ὄχι διότι ἔχουμε μετουσίωση τῶν τιμίων δώρων ἀλλά μεταβολή τους σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Τέλος, ὅτι ἡ ἠθική μας ζωή δέν εἶναι καρπός τῶν «πρέπει», ἀλλά πηγάζει ἀπό τή χαρά τῆς κοινωνίας μέ τόν Χριστό, ἀπό τή χαρά πού ἡ πίστη προσφέρει, ἔχοντας ὡς ὅριο μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου τήν ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ Χριστός κατέλυσε. Ὅλα αὐτά ὅσο πιό ἁπλά μποροῦν νά εἰπωθοῦν, μέσα κυρίως ἀπό τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα θεραπεύουν ὄχι μόνο τό σῶμα ἀλλά καί τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ θεολογία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε τή βάση τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μᾶς ὑπενθυμίζει τήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας καί τή θέση μας τόσο στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί στόν κόσμο. Καί αὐτή ἡ θέση πηγάζει ἀπό τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἑνότητα μέ τόν Χριστό καί γίνεται ἀγῶνας γιά ἑνότητα μέ σύμπασα τήν ἀνθρωπότητα. Αὐτός εἶναι ὁ ἀγῶνας μας. Τό πρόσωπό μας νά ὑπερνικήσει τή διψυχία τόσο ἐντός μας ὅσο καί στόν κόσμο. Ἐν Χριστῷ ὑπάρχω ἐγώ ὡς ξεχωριστό πρόσωπο καί τήν ἴδια στιγμή ὅλος ὁ ἀνακαινισμένος, θεούμενος καί θεωμένος ἄνθρωπος ὑπάρχει ἐντός μου. Ὁ καθένας μας ἄς ὑπενθυμίζει στόν ἑαυτό του ὅτι ἡ ἀποστολή μας ἔγκειται στό νά βιώνουμε ὀντολογικά, νά δείχνουμε «παντί τῷ αἰτοῦντι» (Α’ Πέτρ. 3, 11) καί νά ὑπερασπιζόμαστε τήν ἑνότητα μέ τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, Αὐτοῦ πού ἀπουσιάζει ἀπό τή ζωή τῶν πολλῶν, ὡς ἀποτέλεσμα ἐνίοτε καί τοῦ ἐλλείμματος θεολογίας, τόσο στή διδαχή ὅσο καί στή ζωή μας.

Ὁμιλία σέ ἱερατικό σεμινάριο
Τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἰωαννίνων
Ἰωάννινα, 14 Ἰανουαρίου 2016
π. Θεμιστοκλῆς Μουρτζανός