2016_01_10 Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά Σε

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | 2015-2016 Ἑσπερινές Ὁμιλίες | 2016_01_10 Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά Σε

ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΟΜΙΛΙΑ π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΠΡΙΝΙΩΤΗ
«ΕΠΤΑΚΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΗΝΕΣΑ ΣΕ»
10 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

 

Διαβάζουμε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, πατέρες καί ἀδελφοί, ὅτι μετά τήν Πεντηκοστή σχηματίστηκε στά Ἱεροσόλυμα ἡ πρώτη ἐκκλησιαστική κοινότητα, πού τήν ἀποτέλεσαν ὅσοι πίστεψαν στό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων. Οἱ πρῶτοι αὐτοί χριστιανοί ζοῦσαν ἑνωμένοι μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἄκουγαν τή διδαχή τῶν ἀποστόλων καί λάτρευαν τόν Τριαδικό Θεό προσευχόμενοι καί μετέχοντες στή Θεία Εὐχαριστία. (Πράξεις Β΄, 42)

Ἀπό τότε ἡ λατρεία ἐξελίχθηκε καί ἐμπλουτίστηκε γιά νά φτάσουμε στή σημερινή της μορφή, πάντα ὅμως μέ κέντρο καί σημεῖο ἀναφορᾶς τή Θεία Εὐχαριστία. Οἱ Ἱερές ἀκολουθίες ἐμφανίστηκαν ὡς τρόπος ἔκφρασης τῆς λατρείας καί μέσα στό χρόνο πῆραν τή σημερινή τους μορφή. Ἡ διαμόρφωση τῶν ἀκολουθιῶν προέκυψε ὡς καρπός τῆς λατρευτικῆς, προσευχητικῆς διάθεσης ἁγίων ἀνδρῶν καί ἀπέβλεπαν ἀφενός στή διαρκῆ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἀφετέρου στόν ἐξαγιασμό τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἔργων τους ἀλλά καί τῆς κτίσης, ὥστε ἀπό τώρα νά γίνεται δυνατή ἡ βίωση τῆς ὑπεσχημένης σέ ἐμᾶς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Κατανεμήθηκαν μέ πολλή σοφία σέ ὅλη τή διάρκεια τοῦ εἰκοσιτετραώρου, ὥστε νά καθαγιάζεται ὁ χρόνος καί ἀπό φορέας φθορᾶς νά γίνεται πλαίσιο ἁγιασμοῦ.

Οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἑπτά καί στήν ἐπιλογή τοῦ ἀριθμοῦ τους ὡς βάση λήφθηκε ὁ στίχος 164, τοῦ 118ου ψαλμοῦ. Μέ τό στίχο αὐτό ὁ προφητάναξ Δαυίδ ἀπευθυνόμενος στόν Θεό λέει: «Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά σε ἐπί τά κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου». Δηλαδή: Κύριέ μου «πολλές φορές κατά τό διάστημα τῆς ἡμέρας σέ δοξολόγησα γιά τίς δίκαιες κρίσεις σου».

Ὁ στίχος αὐτός ἐκφράζει μέ λιτό τρόπο τήν ἀνάγκη τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ νά θυμᾶται σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἡμέρας τόν Κύριο καί Θεό του μέ ἀγάπη, τρυφερότητα καί ἀφοσίωση. Νά ἔχει διαρκῶς μπροστά στά μάτια του τό νόμο, τά δικαιώματα, Κυρίου τοῦ Θεοῦ του. Νά ξεχειλίζει ἡ καρδιά του ἀπό αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης, ἀφοσίωσης καί ὑπακοῆς πρός Αὐτόν πού εἶναι ὁ ἀγαπημένος τῆς καρδίας του καί νά τοῦ ἀπευθύνει συνεχῆ αἴνεση καί λογική λατρεία. Ἄλλωστε καί ὁ ἀριθμός ἑπτά ἔχει τήν ἔννοια τῆς πολλότητας, τοῦ πλήθους. Ἔτσι τό «ἑπτάκις ἤνεσά σε» σημαίνει ὅτι πολλές φορές σέ ὕμνησα Κύριε. Ἐκφράζει δηλαδή τήν ἀνάγκη πού πρέπει νά αἰσθάνεται ὁ κάθε πιστός νά ὑμνεῖ συνεχῶς τόν Θεό καί Δημιουργό του. Τήν προσπάθεια νά μιμηθοῦμε τά ἀγγελικά τάγματα καί νά δοξολογοῦμε ἀδιαλείπτως τόν Δημιουργό μας, γιά τό πλῆθος τῶν εὐεργεσιῶν, φανερῶν καί ἀφανῶν, πού ἔχουμε ἀπολαύσει. (Εὐχή Θ. Λειτουργίας)

Ποιές τώρα εἶναι αὐτές οἱ ἀκολουθίες οἱ ὁποῖες καλύπτουν ὅλο το εἰκοσιτετράωρο, ἐκ τοῦ ὁποίου καί ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου λέγονται; Εἶναι ὁ Ἑσπερινός ἤ Λυχνικό, τό Μεσονυκτικό, ὁ Ὄρθρος καί οἱ Ὧρες (Α΄, Γ΄, ΣΤ΄ καί Θ΄). Ἀλλά μήπως παραλείψαμε κάτι; Ποῦ βρίσκεται ἡ Θεία Λειτουργία; Ἐδῶ ἐπιβάλλεται νά κάνουμε μιά σημαντική παρατήρηση. Ἐνῷ ὁλόκληρη ἡ ἐκκλησιαστική λατρεία διαπλέχθηκε ἀδιάσπαστα μέ τόν φυσικό χρόνο, ἡ Θ. Λειτουργία ἔμεινε ἔξω ἀπό τό χρόνο καί τούς περιορισμούς του. Ἔτσι, δέν ἀνήκει στόν κύκλο τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ νυχθημέρου, οὔτε κάποια ἀπό τίς ἄλλες ἀκολουθίες θεωρεῖται ὡς προετοιμασία της. Γι” αὐτό μπορεῖ νά τελεστεῖ ὁποιαδήποτε ὥρα, πρωί, μεσημέρι ἤ βράδυ, ὡς ἡ κατ” ἐξοχήν ἑορτή καί πανήγυρη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τό μυστήριο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί ἑπομένως βρίσκεται ἔξω ἀπό χρόνο καί τόπο.

Πρίν ὅμως παρουσιάσουμε μία πρός μία τίς ἀκολουθίες πρέπει νά ποῦμε ὅτι γιά τή σειρά πού τοποθετήθηκαν μέσα στό νυχθήμερο λήφθηκε ὡς βάση τό βυζαντινό ὡρολόγιο. Γιά τούς βυζαντινούς ἡ ἀνατολή τοῦ ἥλιου ἦταν ἡ πρώτη ὥρα καί ἡ δύση ἡ δωδέκατη. Ὁ κύκλος τοῦ εἰκοσιτετραώρου πάντως ἀρχίζει τό ἑσπέρας (πρβλ. Γέν. 1: «καί ἐγένετο ἑσπέρα καί ἐγένετο πρωί…») καί οἱ ἀκολουθίες ὀργανώθηκαν μέ βάση αὐτό. Ἄς ἀρχίσουμε, λοιπόν, τώρα τήν παρουσίαση τῶν ἀκολουθιῶν.

1. Ὁ Ἑσπερινός. Ὁ ἑσπερινός πῆρε τό ὄνομά του ἀπό τήν ὥρα κατά τήν ὁποία τελεῖται «περί τήν ἡλίου δύσιν» καί ἔχει ὡς θέματά του, τή δημιουργία τοῦ κόσμου (σέ αὐτή ἀναφέρεται ὁ Προοιμιακός ψαλμός, ὁ 103ος) καί τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀληθινοῦ φωτός, πού διαλύει τό σκοτάδι τῆς πλάνης καί τοῦ θανάτου. Ὀνομαζόταν ἐπίσης καί «λυχνικόν», ἐπειδή παλαιότερα συνέπιπτε μέ τό ἄναμμα τῶν λυχναριῶν ἤ τῶν φώτων στό χῶρο τῆς λατρείας καί σηματοδοτοῦσε τήν ἔναρξη τῆς λειτουργικῆς ἡμέρας.

Μέ ἀναφορά στό χρόνο ἡ θεματολογία τοῦ ἑσπερινοῦ ἐκφράζει:

α) τήν πτώση καί τήν ἁμαρτία (Κύριε ἐκέκραξα…).

β) τή σωτηρία καί παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (Φῶς ἱλαρόν…)

γ) τήν ἐσχατολογική προσδοκία (Νῦν ἀπολύεις…).

Κατά τόν ἑσπερινό ὁ πιστός εὐχαριστεῖ γιά ὅλα τά ἀγαθά τόν Θεό καί τόν δοξάζει. Ἀναπέμπει δοξολογία γιά τήν παρέλευση τῆς ἡμέρας, εὐχαριστεῖ γιατί εἶναι ζωντανός παρά τίς ἁμαρτίες του, εὐγνωμονεῖ τόν Θεό γιά ὅλα τά εὐεργετήματά του.

Ζητάει ἀκόμα ἀπό τόν Κύριο (στίχοι τοῦ 140ου ψαλμοῦ):

Νά τόν προφυλάξει ἀπό κάθε παράπτωμα τῆς γλώσσας,  «Θοῦ Κύριε, φυλακήν τῷ στόματί μου καί θύραν περιοχῆς περί τά χείλη μου».

Νά τοῦ δώσει χάρισμα εἰλικρίνειας καί εὐθύτητας, ὥστε νά μήν προφασίζεται «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις».

Ἐκλιπαρεῖ γιά ἔλεος καί βοήθεια, κραυγάζοντας, «φύλαξόν με ἀπό παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι», ὥστε ἐλεύθερη ἡ ψυχή του νά λατρεύει τό Ἅγιο ὄνομά Του.

Μέσα στή σύναξη οἱ πιστοί ὑποδεχόμαστε τή χάρη τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός μέ δοξολογικῆ χαρά καί ψάλλουμε τήν «Ἐπιλύχνιο Εὐχαριστία», προσβλέποντας μέ αἰσιοδοξία στό «ἱλαρόν» φῶς πού εἶναι τό φῶς τῆς δόξης τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ψάλλουμε ἀκόμα ὕμνους πρός τούς ἁγίους, ἐπειδή αὐτοί ἔζησαν ἐν ἡμέρᾳ, δηλαδή στό φῶς τῆς χάριτος, καί ὁλοκλήρωσαν τή ζωή τούς μέσα σέ αὐτό. Τώρα, ὅμως, ἄν καί οἱ ψυχές τους βρίσκονται στό ἄδυτο φῶς, ἐν τούτοις τά σώματά τους κατέχονται ἀπό τό θάνατο, τόν ὁποῖο συμβολίζει ἡ ἐπερχόμενη νύκτα, προσμένοντας τήν τελευταία καί ἀνέσπερη ἡμέρα μετά τήν κοινή τῶν ἀνθρώπων ἀνάσταση.

Μέ τόν ὕμνο «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου Δέσποτα …» προετοιμαζόμαστε γιά τό τέλος, γιά τά ἔσχατα, γιά τόν μέλλοντα αἰῶνα, πρός τόν ὁποῖο ὅλοι πορευόμαστε, μέ τόν τρόπο πού ὁ Θεοδόχος Συμεών περίμενε τόν Χριστό καί μετά, ἀφοῦ τόν γνώρισε, ἦταν ἕτοιμος πιά γιά τήν ἔξοδό του ἀπό τόν φθαρτό κόσμο. Ἔτσι καί κάθε ἕνας ἀπό μᾶς, δεχόμενος τόν Χριστό, γεμίζει τή ζωή του καί τήν κάνει ζωή σωτηρίας, μέσα στήν αἰωνιότητα.

Τέλος, μέ τό τέλος τῆς ἡμέρας καί τόν Ἑσπερινό ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὅλα ὅσα συμβαίνουν δέν εἶναι μάταιος κόπος καί πόνος, ἀλλά μέρος τῆς ἱστορίας τῆς Θείας Οἰκονομίας, ὅπου ὁ ἄνθρωπος συνεργάζεται μέ τόν Θεό γιά τή σωτηρία αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἡ ἑσπερινή αὐτή ἀκολουθία δέν εἶναι ὁ ἐπίλογος τῆς ἡμέρας, ἀλλά ἡ ἀρχή, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει μέσα ἀπό τή λατρεία πώς ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί πώς τό βράδυ δέν εἶναι τό τέλος, ἀλλά ἡ ἀπαρχή τῆς ζωῆς.

2. Τό Μεσονυκτικό. Δεύτερη μετά τόν ἑσπερινό εἶναι ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ἡ ὁποία τελεῖται στή μέση τῆς νύκτας, τήν 6η κατά τό βυζαντινό ὡρολόγιο ὥρα, δηλαδή λίγο μετά τά μεσάνυκτα ἀνάλογα μέ τήν ἐποχή.

Τό Μεσονυκτικό συμβολίζει τή δεύτερη ἔνδοξη ἔλευση τοῦ Κυρίου καί τήν τελική κρίση. Τό τροπάριο «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…», τό ὁποῖο παραπέμπει στήν παραβολή τῶν δέκα παρθένων, ἀποδίδει ἀκριβῶς αὐτό τό νόημα τῆς ἀκολουθίας.

Ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ νύχτα καί ἡ ἔγερση τοῦ πιστοῦ μέσα σέ αὐτή γιά προσευχή ἔχουν συμβολισμούς ἀξιοπρόσεκτους. Ἡ νύχτα συμβολίζει τό κράτος τοῦ θανάτου, τόν κόσμο τῆς ἀποστασίας καί τῆς ἁμαρτίας, τό χῶρο ὅπου δροῦν τά πονηρά καί κακοποιά πνεύματα. Ἔτσι ἡ προσευχητική ἔγερσή μας, δείχνει τήν ἐγρήγορση τῆς ψυχῆς (μακάριος ὁ δοῦλος ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα), τή διάθεσή της γιά ἀντίσταση στόν πονηρό, τήν ἐκζήτηση ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ τοῦ ἠγαπημένου, τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν πιστό χριστιανό ἡ νύχτα καί κάθε νύχτα συμβολίζει τήν παροῦσα ζωή. Γι’ αὐτό προσδοκᾷ μέ ἀγωνία καί ἀδημονία τόν ἐρχομό τῆς ἡμέρας, ἐπειδή στά αὐτιά του ἠχεῖ ἡ φωνή τοῦ Κυρίου: εἶναι ὥρα νά ξυπνήσετε, γιατί ἡ σωτηρία εἶναι κοντά, ἡ νύχτα πέρασε, ἡ μέρα ἔφτασε  Καί τήν προσδοκία του τήν κάνει ἀδιάκοπη προσευχή καί θερμή ἀγρυπνία γιά τόν ἐρχομό τοῦ Νυμφίου.

Ὅμως καί γιά ἄλλο λόγο ἡ νύχτα προσφέρεται γιά προσευχή. Οἱ ἄνθρωποι τότε εἶναι ξεκούραστοι καί εἰρηνικοί, ἀπαλλαγμένοι ἀπό τό βουητό καί τίς μέριμνες τῆς ἡμέρας. Ἡ ἠρεμία τῆς φύσης βοηθᾷ τήν περισυλλογή, ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς προσευχῆς καί ἑπομένως τῆς μεσονύκτιας ἀκολουθίας. Ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπᾷ τόν Θεό, ἀγαπᾷ τήν ἀγρυπνία, θυμᾶται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ μέσα στή νύχτα καί ἐπιδιώκει, νικώντας τόν ὕπνο, νά συνομιλήσει καί νά συναναστραφεῖ μέ Αὐτόν. Γι’ αὐτό φροντίζει νά εἶναι ἄγρυπνοι καί ἀνοιχτοί «οἱ ὀφθαλμοί» του «πρός ὄρθρον τοῦ μελετᾶν τά λόγια τοῦ Κυρίου». Γι” αὐτό καί μιμεῖται τόν προφητάνακτα Δαυίδ, ὁ ὁποῖος μᾶς λέει: «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην, τοῦ ἐξομολογήσασθαι ἐπί τά κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου» (Ψαλμ. 118,62). Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ὄχι μόνο ἐκτίμησε τήν κατά Θεό ἀγρυπνία, ἀλλά καί τήν ἐγκολπώθηκε καί τήν ἀνήγαγε σέ περιωπή, θεωρώντας τήν ἀνεκτίμητο μέσο τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα καί τῶν θείων καί ἱερῶν ἀνατάσεων.

3. Ὁ Ὄρθρος. Ὁ κύκλος τοῦ νυχθημέρου συνεχίζεται μέ τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, πού εἶναι ἀπό τίς ἀρχαιότερες, ἀλλά καί τίς πλουσιότερες σέ νόημα ἀκολουθίες. Ἡ σύναξη τοῦ ὄρθρου εἶναι πανηγυρική καί χαρμόσυνη καί καλεῖ τόν πιστό νά συμμετάσχει στό πανηγύρι τῆς Ἀνάστασης, ἀφήνοντας πίσω του τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας.

Τά θέματα τῆς ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου εἶναι:

1) ἡ εὐχαριστία γιά τό ξύπνημα ἀπό τό νυκτερινό ὕπνο,

2)  ὁ χαιρετισμός τοῦ αἰσθητοῦ φωτός καί

3) ἡ ἐκζήτηση τῆς θείας εὐλογίας γιά τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων, πιστῶν ἤ ἀπίστων, πονηρῶν ἤ ἀγαθῶν ὁπουδήποτε στόν κόσμο μέ τόν ἐρχομό τοῦ φωτός,τῆς νέας ἡμέρας.

Ὁ Ὄρθρος εἶναι ἡ πρωινή δοξολογική προσευχή, πού ἀρχίζει μέ τήν ἀνατολή τοῦ ἥλιου. Ἡ ὀνομασία της ὀφείλεται στή λέξη «ὄρθρος» πού δηλώνει τό χρόνο πρίν ἀπό τήν αὐγή καί ἀναγγέλλει τήν καινούργια ἡμέρα. Τό φῶς τῆς ἡμέρας ἔρχεται καί καταργεῖται ὁ θάνατος, μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Βλέποντας οἱ ἄνθρωποι τό φυσικό φῶς τοῦ ἥλιου, βλέπουν τόν «Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης», τόν Χριστό πού εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου, ὁ λυτρωτής καί ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς, αὐτός πού περιμένουν καρτερικά νά ἐμφανιστεῖ καί νά τούς ὁδηγήσει στή Βασιλεία του.

Τό περιεχόμενο τῆς ὀρθρινῆς ἀκολουθίας εἶναι ἡ δοξολογία καί εὐχαριστία πρός τόν Δημιουργό, πού ἀξίωσε τά πλάσματά Του νά περάσουν τή νύκτα εἰρηνικά καί ἀναμάρτητα καί νά δοῦν τό φῶς τῆς ἡμέρας. Συγχρόνως εἶναι δέηση καί ἱκεσία πρός τήν Ἁγία Τριάδα, πρός τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά εὐλογήσει «τά ἔργα τῶν χειρῶν» τῶν ἀνθρώπων μέσα στήν ἡμέρα πού ἀρχίζει. Ἔτσι γεμάτος πίστη στή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔχει αἰσιοδοξία καί χαρά καί ὡς ἐκ τούτου δύναμη νά ἀντιμετωπίσει τίς δυσχέρειες τοῦ βίου. Χαίρεται γιά τήν ἐπικοινωνία του μέ τόν Θεό καί θεωρεῖ αὐτή τήν ἐπικοινωνία ὡς τό πολυτιμότερο δῶρο καί ἀγαθό, γιατί τόν μεταφέρει στόν πνευματικό καί ἠθικό κόσμο, τόν κόσμο τοῦ Θεοῦ. Στόν κόσμο αὐτό ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν ἠρεμία, τή μακαριότητα, τήν πνευματική καί ἠθική ἰσορροπία, τήν τελείωσή του.

Ὁ ὄρθρος, τέλος, σχετίζει τό πρωινό μέ τή χριστιανική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας ὠς «πρωινοῦ» καί ὡς ἀπαρχῆς. Αὐτές οἱ δύο διαστάσεις τοῦ καιροῦ χαρίζουν σχῆμα στήν καιρική ζωή μας καί, δίνοντας στό χρόνο καινούργιο νόημα, τόν μεταμορφώνουν σέ χριστιανικό, λειτουργικό χρόνο, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναφορά στήν αἰωνιότητα. Ὁ χρόνος μας ἀποκτάει νόημα καί σκοπό καί μαζί του κάθε ἐργασία μας, κάθε ἐνέργειά μας. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι χωρίς τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στή ζωή του, ἄδικα κοπιάζει. Γι’ αὐτό ἀπό τά βαθειά χαράματα, μέσα στή σύναξη τοῦ ὄρθρου παρακαλεῖ καί ἱκετεύει τόν Πατέρα του, στόν ὁποῖο ὀφείλει τήν ὕπαρξή του, νά δώσει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά εὐλογήσει αὐτόν καί τά ἔργα του.

4. Οἱ Ὧρες

Οἱ Ὧρες εἶναι σύντομες καί ἁπλές ἀκολουθίες. Ψάλλονται σέ συγκεκριμένα χρονικά σημεῖα, σύμφωνα μέ τόν παλαιό τρόπο ἀριθμήσεως τῶν ὡρῶν τῆς ἡμέρας καί τῆς νύκτας καί ἔχουν χαρακτῆρα ἐκκλησιολογικό καί ἐσχατολογικό. Ἡ Ἐκκλησία διά τῆς ἀκολουθίας τῶν ὡρῶν ἁγιάζει ὅλο τό χρόνο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τόν μετατρέπει σέ εὐχαριστία καί δοξολογία. Ὁ ἄνθρωπος ζῶντας μέσα στή δημιουργία καί ἀπολαμβάνοντας τά ἀγαθά καί τά εὐεργετήματα τοῦ Θεοῦ, προσκυνεῖ καί λατρεύει, εὐχαριστεῖ καί δοξάζει τό Πανάγιο ὄνομά Του, μέ ὅλο του τό εἶναι καί μπορεῖ νά πεῖ, ὅπως καί ὁ ψαλμωδός:  «ψαλῶ τῷ Θεῷ μου, ἕως ὑπάρχω» (Ψαλμ. 145 1). Ἄς δοῦμε ὅμως τό περιεχόμενο τῆς κάθε Ὥρας.

Ἡ Α΄ Ὥρα. Τελεῖται στήν ἀρχή τῆς ἡμέρας καί προσφέρεται ὡς δῶρο, ἀκριβέστερα ἀντίδωρο, καί θυσία αἰνέσεως στόν Θεό, ἐπειδή φωτίστηκαν μέ τό φῶς τῆς εὐσεβείας ὅλα τά κτίσματα, γι” αὐτό καί προσκαλοῦμε ὅλα αὐτά τά κτίσματα καί τούς ἀγγέλους σέ κοινό μέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους αἶνο τοῦ Θεοῦ. Ζητοῦμε ἀκόμα ἀπό τήν πηγή τοῦ φωτός, αἰσθητοῦ καί νοητοῦ, νά φωτίσει καί τίς δικές μας καρδιές.

Ἡ Γ” Ὥρα. Τελεῖται στίς ἐννέα τό πρωί. Μᾶς θυμίζει τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τούς ἁγίους Μαθητᾶς καί Ἀποστόλους κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

Ἡ ΣΤ΄ Ὥρα. Τελεῖται στίς δώδεκα τό μεσημέρι καί εἶναι ἀφιερωμένη στό πάθος καί τή σταύρωση τοῦ Χριστοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός, πού εἶναι ἀγάπη, θυσιάζεται ἀπό ὑπερβολική ἀγάπη γιά τό πλάσμα του, ἀτιμάζεται, ἐξευτελίζεται, καταδιώκεται, θανατώνεται. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀνοίγει δρόμους καί δίνει ἀπαντήσεις στόν ἄνθρωπο γιά τή ζωή καί τό θάνατο, γιά τό μυστήριο τῆς ὕπαρξης, γιά μιά ζωή ἀπαλλαγμένη καί ἐλεύθερη ἀπό τό χρόνο καί τή φθορά, γιά μετοχή στή θεία ζωή καί στήν ἀθανασία.

Ἡ Θ΄ Ὥρα. Τελεῖται στίς τρεῖς τό μεσημέρι καί εἶναι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, πάνω στό σταυρό. «Περί δέ τήν ἐνάτην ὥραν… ὁ Ἰησοῦς κράξας φωνήν μεγάλην ἀφῆκε τό πνεῦμα» (Ματθ. 27,50). Ἀλλά μέ τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ νεκρώνεται ὁ θάνατος, καταλύεται ἡ παντοδυναμία του καί ὁ κάθε ἄνθρωπος ζεῖ μιά καινούρια ζωή «σύν τῷ Χριστῷ, ἐν τῷ Θεῷ». Μέ τό σταυρό καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καταργήθηκε ἡ ἀπόγνωση καί τό ἀδιέξοδο τοῦ θανάτου.

Σήμερα, ἀπό τίς ὧρες ἡ πρώτη διαβάζεται μέ τόν ὄρθρο, ὅπως καί ἡ τρίτη καί ἡ ἕκτη, ἐνῷ ἡ ἐνάτη μέ τόν ἑσπερινό.

Λίγα λόγια τέλος γιά τό Ἀπόδειπνο. Τό Ἀπόδειπνο διακρίνεται σέ Μικρό καί Μεγάλο. Τό τελευταῖο διαβάζεται μόνο τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἐνῷ τό ἄλλο καθημερινά. Εἶναι ἡ προσευχή κάθε πιστοῦ πρίν τόν ὕπνο. Ἀποτελεῖ εὐχαριστία πρός τόν Θεό γιά τήν ἀνάπαυση πού μᾶς παρέχει μέ τόν ὕπνο ἀπό τούς κόπους τῆς ἡμέρας. Εἶναι ἀκόμα δέηση γιά νά περάσουμε τή νύκτα χωρίς πειρασμούς, ἀπό μέρους τῶν φθονερῶν, σκοτεινῶν καί ζοφωδεστάτων δαιμόνων.

Δέν περιλαμβάνεται στίς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, ἄν καί ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης τό ἐντάσσει σέ αὐτές, ἐνώνοντας τήν Πρώτη Ὥρα μέ τόν Ὄρθρο. Τό ἐξετάζουμε, ὅμως, γιά τή μεγάλη σπουδαιότητα πού ἔχει γιά ἐμᾶς τούς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ἡ ἑσπερινή μας προσευχή. Οἱ αὐτοσχέδιες προσευχές ἀντί τοῦ ἀποδείπνου εἶναι προτεσταντικῆς ἐμπνεύσεως καί ἐπιρροῆς καί πρέπει νά τίς ἀποφεύγουμε, γιατί ἀλλοιώνουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα καί ἦθος μας. Ὁ ὀρθόδοξος τρόπος προσευχῆς εἶναι ὁ Ὄρθρος τό πρωί καί ὁ Ἑσπερινός καί τό Ἀπόδειπνο τό βράδυ. Στήν Ἐκκλησία ἤ τό σπίτι. Αὐτός ὁ τρόπος παραδοσιακῆς προσευχῆς ἐμπεριέχει καί τό ἀληθινό νόημα τῆς προσευχῆς μας, ἀλλά καί διασώζει τό ἦθος τῆς ἑλληνορθόδοξης λατρείας! Καί νά τονίσουμε πρός ἀποφυγή παρεξηγήσεως ὅτι εἶναι ἄλλο πράγμα οἱ αὐτοσχέδιες προσευχές καί ἄλλο ἡ ἀναφορά αἰτημάτων προσωπικῶν μας ἤ ἡ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης, πίστεως, ἀγάπης καί μετανοίας πρός τόν Θεό μέ δικά μας λόγια. Αὐτό μπορεῖ νά γίνει ἀλλά πάντα μαζί μέ τό Ἀπόδειπνο. Ἀλλά καί κάτι ἀκόμα. Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀποδείπνου πρέπει νά γίνεται ἀπό τόν καθένα μας κάθε βράδυ, πρίν τόν ὕπνο. Ἡ παράλειψη, ἡ ἐπιλεκτική ἀνάγνωση κομματιῶν, ἡ βιαστική, ἀδιάφορη καί βαριεστημένη τέλεσή του εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καί πνευματική ζημία. Καλό εἶναι μάλιστα ὅλη ἡ οἰκογένεια νά συνάζεται καί νά τό διαβάζουν μαζί. Ὅλοι. Γονεῖς καί παιδιά.

Πατέρες καί ἀδελφοί. Ἐπιβάλλεται, εἶναι πνευματική ἀνάγκη ὕψιστης σημασίας ἡ Ἐκκλησία μας νά βρεῖ τόν λατρευτικό της χαρακτῆρα. Νά γίνει λατρεύουσα κοινότητα καί πάλι. Χωρίς τή λατρεία θά εἴμαστε ἁπλῶς ξερά κλαράκια, ἕτοιμα νά σπάσουν στό παραμικρό ἄγγιγμα. Ἄν δέν μποροῦμε νά κάνουμε τόν κόσμο καί πάλι καλόν λίαν μέσα στό ἀναστάσιμο φῶς, καί αὐτό μόνο στίς ἀκολουθίες μπορεῖ νά γίνει, καί βεβαίως καί στή Θεία Λειτουργία, τότε ἔχουμε προδώσει τήν ἀποστολή μας ὡς Ἐκκλησία. Γιά τόν λόγο αὐτό νά φροντίσουμε νά συμμετέχουμε, ὄχι νά παρακολουθοῦμε, στόν Ἑσπερινό καί τόν Ὄρθρο, τουλάχιστον τῶν Κυριακῶν καί τῶν μεγάλων ἑορτῶν. Νά προσευχόμαστε μέσῳ αὐτῶν. Νά μελετοῦμε ἀπό τό σπίτι ὅσα περιλαμβάνονται σέ αὐτές τίς ἀκολουθίες. Τροπάρια, ψαλμούς, ἀναγνώσματα, βίους ἑορταζομένων ἁγίων ἤ περιεχόμενο γεγονότων. Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Αὐτό εἶναι τό ὀρθόδοξο ἦθος. Καί στό σημεῖο αὐτό ἐπιτρέψτε μου νά παραθέσω ἕνα περιστατικό πού παραθέτει ξένος συγγραφέας καί τό ὁποῖο τονίζει τή σημασία τῆς λατρείας γιά τήν ὀρθοδοξία. Λέει: «Ἕνας πιστός τῆς Προτεσταντικῆς ἐκκλησίας ρώτησε ἕναν Ὀρθόδοξο ἱερέα νά τοῦ ἐξηγήσει τά θεολογικά του πιστεύω. Ὁ ἱερέας τοῦ ἀπάντησε ὅτι θά ἦταν καλύτερα νά ρωτοῦσε “ὄχι τί πιστεύουμε οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀλλά πῶς λατρεύουμε”».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών: Ἅπαντα τά εὑρισκόμενα
  2. Μανόλη Α. Λουκάκη: Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ: ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ, μέ τήν ἐκεῖ παρατιθέμενη βιβλιογραφία καί παραπομπή στόν D. Clendenin (ed.) καί τό βιβλίο τοῦ Eastern Orthodox Theology: A Contemporary Reader, Michigan 2004, σ. 8.
    (ὁμιλία πού ἔγινε στό Πνευματικό Κέντρο Ἁγ. Νικολάου τήν Β΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, 4-03-2007).
  3. † Μητροπολίτης Κίτρους Κατερίνης καί Πλαταμῶνος ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Καθηγητής Ἀνώτατης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Θεσσαλονίκης ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΛΕΚΚΟΥ Δρ. Θ. – Διδάσκων Ἀνώτατης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Θεσσαλονίκης ΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΥ
  4. ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΣΤΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ, στήν ἱστοσελίδα paterikiorthodoxia.com
  5. Ἡ λατρεία τῆς Ὀρθοδοξίας, π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ἀπό τό βιβλίο » Ὄψεις τῆς Ὀρθόδοξης Ταυτότητος» – Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη» .