2016_03_03 Ἡ ἱστορικοδογματική θεώρηση τῆς Ε΄ καί τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | Εκπαίδευση | Ἐπιμορφωτικά Σεμινάρια | 2016_03_03 Ἡ ἱστορικοδογματική θεώρηση τῆς Ε΄ καί τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

«Ἡ ἱστορικοδογματική θεώρηση τῆς Ε΄ καί τῆς ΣΤ΄
Οἰκουμενικῆς Συνόδου»
03/03/2016

ΠΡΟΣ ΕΚΤΥΠΩΣΗ

 

 

ὑπό
Σεβ. Μητρ. Μεσσηνίας
Χρυσοστόμου Σαββάτου
Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Σεβασμιώτατε Ἅγιε Ἀδελφέ,
Ποιμενάρχα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἰωαννίνων
Σεβαστοί Πατέρες,

Ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη τιμή γιά τόν ὁιμιλοῦντα ἡ πρόσκληση τήν ὁποίαν μοῦ ἀπηύθυνε ὁ Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης Σας, νά συμμετάσχω ὡς Ὁμιλητής, στήν παροῦσα  Ἐπιμορφωτική Σύναξη τῶν Κληρικῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἐπαρχίας καί νά παρουσιάσω τήν ἱστορία καί τή θεολογία δύο Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς Ε΄ καί τῆς ΣΤ΄ .

Θά πρέπει καί ἀπό τή θέση αὐτή μαζί μέ τίς εὐχαριστίες μου νά ἐκφράσω καί τά συγχαρητήριά μου, γιά τό ἄοκνον καί ἀνίστακτο ἐνδιαφέρον τοῦ Πνευματικοῦ σας Πατέρα καί Ποιμενάρχου σας, γιά τήν συνεχῆ ἐπιμόρφωση τῶν ἄμεσων συνεργατῶν του κληρικῶν, καί γιά τήν ἐπιλογή τῆς ὅλης θεματικῆς ἑνότητας τῶν φετινῶν ἐπιμορφωτικῶν σεμιναρίων. Πρίν ξεκινήσω τήν ἱστορικο-δογματική παρουσίαση τῶν δύο προαναφερθέντων Συνόδων θά ἤθελα νά ἀναφέρω καί νά ἐπισημάνω τρία βασικά σημεῖα, γιά τή σημασία τῆς συνοδικῆς λειτουργίας στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας :

1)  Ἡ Σύνοδος δέν εἶναι συλλογική ἔκφραση ἤ collegio ἤ κάποιου τύπου συνάθροιση. Εἶναι τό κατεξοχήν μέσον διατύπωσης τῆς Ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας μέσα στήν ἱστορία, γι’ αὐτό καί σχετίζεται ἄμεσα πρός αὐτό τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, καί δέν λειτουργεῖ ἁπλᾶ συμβουλευτικά ἀλλά καθοριστικά.

2)  Ἡ Σύνοδος συνδέεται ἄρρηκτα μέ τήν ἑνότητα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἑνότητα θεμελιώνεται στήν ἑνότητα τῆς πίστης, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται καί διαφυλάσσεται ἱστορικά μέσα στή ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.

3)  Ἡ ὁποιαδήποτε ἀμφισβήτηση τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων συνεπάγεται εἴτε αἵρεση, εἴτε σχίσμα, γιατί ἡ ἴδια ἡ ἀμφισβήτηση καί μή ἀποδοχή τους «τιτρώσκει» τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα καί ὁδηγεῖ σέ διάσπαση.

Ὕστερα ἀπό αὐτές τίς προλογικές ἐπισημάνσεις, εἰσέρχομαι στή διαπραγμάτευση τοῦ θέματός μου.

1. Λόγοι σύγκλησης καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἕνα βῆμα πρός τήν θεολογική ἐπίλυση τοῦ Χριστολογικοῦ ζητήματος.

Ἡ λύση πού ἔδωσε ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος στό  Χριστολογι­κό πρόβλημα ὑπῆρξε σημαντική καί καθοριστική γιά τήν παραπέρα πορεία τῆς Ἐκκλησίας καί εἰδικότερα γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοθελητισμοῦ-Μονοενεργητισμοῦ καί τῆς Εἰκονομαχίας.

Ἡ σύνδεση, ὅμως, τοῦ Ὄρου τῆς Συνόδου μέ τήν Κυρίλλεια θεολογία ὑπῆρξε χαλαρή. Ὁ Ὄρος, ἄν ἐξαιρέσουμε τήν προσηγορία τῆς Παρθένου Μαρίας ὡς «Θεοτόκου» ἔχει στενότερη σχέση πρός τόν Τόμο τοῦ Λέοντα Ρώμης καί τήν ἐνδημοῦσα Σύνοδο τοῦ 448, ὑπό τόν Φλαβιανό Κ/πόλεως, παρά πρός αὐτήν τήν κυρίλλεια θεολογία. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὁ Τόμος νά κατηγορηθεῖ ἀπό τούς ἐπισκόπους τοῦ Ἰλλυρικοῦ καί τῆς Παλαιστίνης ὡς νεστοριανίζων. Ἐπιπλέον ἡ συμπεριφορά τῆς Συνόδου ἀπέναντι στούς ἐκπροσώπους τῆς Αἰγυπτιακῆς διοίκησης, ἡ μή κύρωση ἀπό τή Σύνοδο τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Κυρίλλου, μέ τόν τίτλο «Τοῦ Σωτῆρος», καί ἡ μή καταδίκη τῶν Θεοδωρήτου Κύρου καί Ἴβα ‘’Εδέσσης (ἀπό τή Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος), γιά ὄσα εἶχαν γράψει κατά τοῦ Κυρίλλου, ἀλλά καί τοῦ Θεοδώρου Μουψουεστίας, τοῦ κύριου ἐκπροσώπου τῆς νεστοριανικῆς κακοδοξίας, ἔδιναν ἐπιχειρήματα, σέ ὅσους κατηγοροῦσαν τή Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος γιά κρυπτονεστοριανισμό, νά ἐνισχύουν τόν ἀγῶνα τους κατά τῶν ἀποφάσεών της. Ἀλλά καί ἡ διατύπωση «κλειδί» : «δύο φύσεις ἐν μιᾷ ὑποστάσεσι» τοῦ Ὄρου, τήν ὁποίαν ἡ Σύνοδος, ἔπειτα ἀπό ἐπίμονες προσπάθειες τῶν «ἀρχόντων» υἱοθέτησε, μποροῦσε νά κατανοηθεῖ ὡς συγκλίνουσα πρός τόν νεστοριανισμό, ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ταύτιζαν ἐννοιολογικά τούς ὅρους «φύσις» καί «ὑπόστασις».

Ἄρα, εἶχαν ἀφορμές, ἀλλά καί ἄλλοθι, οἱ Ἐκκλησίες Αἰγύπτου καί Συρίας νά διατυπώνουν ἐπιφυλάξεις ἤ καί νά ἀπορρίψουν τή Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας, ἐνῶ  οἱ προσπάθειες τῆς Κωνσταντινούπολης νά ἐπιβάλει τήν ἀποδοχή τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνας περιέπλεξε ἀκόμη περισσότερα θέματα.

Οἱ  Βυζαντινοί αὐτοκράτορες, διαπίστωσαν τό ἀδιέξοδο καί τόν ἐπαπειλούμενο κίνδυνο γιά τήν ἑνότητα τῆς αὐτοκρατορίας καί ἀνέλαβαν ἑνωτικές προσπάθειες προκειμένου νά τόν ἀποσοβήσουν, (Βασιλῖσκος, τό 476, Ζήνων, τό 482, Ἀναστάσιος), οἱ ὁποῖες ὅμως λειτούργησαν πρακτικά καί οὐσιαστικά κατά τῆς ἕνωσης καί ὑπέρ τῆς ὑπονόμευσης τῆς ἀποδοχῆς τῶν ἀποφάσεων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τίς ἑνωτικές αὐτές προσπάθειες μιμήθηκε καί ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε, τήν ὑπογραφή τῶν Διαταγμάτων του, ἀπό τούς πέντε πατριάρχες, ἐνῶ τό ἔτος 533 ἐπέβαλε τή θεοπασχητική φράση : «τόν ἕνα τῆς Τριάδος πεπονθέναι σαρκί», καί τό ἔτος 543 ἐξέδωσε ἕνα ἄλλο Διάταγμα, μέ τό ὁποῖο καταδίκαζε τόν Ὠριγένη καί τίς ὠριγένειες κακοδοξίες. Τό ἔτος 544, μέ νέο διάταγμα, καταδίκασε τά λεγόμενα «Τρία Κεφάλαια» (θέματα), τά ὁποῖα ἦταν : α) Τό πρόσωπο τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας καί ἡ διδασκαλία του. β) Ὅσα εἶχε γράψει ὁ Θεοδώρητος Κύρου κατά τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί τῶν δώδεκα ἀναθεματισμῶν πού περιέχονταν στήν ἐπιστολή του, μέ τό τίτλο «Τοῦ Σωτῆρος»˙ καί γ)  Ἡ ἐπιστολή Ἴβα Ἐδέσσης Πρός Μάρην τόν Πέρσην. Καταδίκη τήν ὁποίαν δέν εἶχε κάνει ἡ Δ΄ Οἰκουμενική. Μέ τήν καταδίκη τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων» ὁ Ἰουστινιανός φρονοῦσε ὅτι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι τῆς Αἰγύπτου ἀλλά καί τῆς Συρίας θά ἀνακαλοῦσαν τίς ἀντιρρήσεις τους γιά τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί θά ἑνώνονταν μέ τούς Ὀρθοδόξους. Τό διάταγμα προσυπέγραψαν οἱ Μηνᾶς Κωνσταντινουπόλεως, Ζώιλος Ἀλεξανδρείας, Ἐφραίμ Ἀντιοχείας καί Πέτρος Α΄ Ἱεροσολύμων˙ ἀρνήθηκε ὅμως, νά τόν ὑπογράψει ὁ Ρώμης Βιγίλιος, ὁ ὁποῖος δικαιολογοῦσε τήν ἄρνησή του μέ τά ἐπιχειρήματα ὅτι : α) Ἡ καταδίκη τῶν λεγομένων «Τριῶν Κεφαλαίων» θά προσέβαλλε τό κύρος καί τήν αὐθεντία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. β)  Ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας δέν εἶχε καταδικαστεῖ ὅταν ζοῦσε καί, ἑπομένως, κοιμήθηκε σέ κοινωνία μέ τήν Ἐκκλησία, καί γ)  Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας Ρώμης δέν ἐπέτρεπε τόν ἀναθεματισμό κεκοιμημένων. Ἰδιαίτερα γιά τήν καταδίκη τῶν τριῶν κεφαλαίων, ἡ Σύνοδος τῆς Ρώμης εἶχε ταχθεῖ κατά τῆς καταδίκης των, γι’ αὐτό καί ὁ Βιγίλιος ἐπιζητώντας διέξοδο στίς πιέσεις τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ζήτησε τή σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἔπειτα ἀπό πολλές ἀναβολές συνῆλθε ἡ Σύνοδος στήν πρώτη συνεδρία της, στίς 5 Μαΐου τοῦ 553 (Δευτέρα τῶν Μυροφόρων) καί ἡ ὁποία τίς περάτωσε στίς 2 Ἰουλίου τοῦ ἰδίου ἔτους. Σ’ αὐτήν πῆραν μέρος, κατά τήν παράδοση, 165 Πατέρες. Μετεῖχαν ἀπό τούς Ἀρχιεπισκόπους ὁ Κ/πόλεως Εὐτύχιος (ὁ Μηνᾶς εἶχε ἐν τῷ μεταξύ πεθάνει), ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀπολλινάριος καί ὁ Ἀντιοχείας Δομνίνος. Ὁ Ἱεροσολύμων Εὐστόχιος ἀναγκάστηκε, ἐξαιτίας προβλημάτων πού ἀνέκυψαν στήν Ἀρχιεπισκοπική του περιφέρεια, νά ἐπιστρέψει ἐσπευσμένα ἀφήνοντας στή Σύνοδο ἐκπροσώπους του. Πρόεδρος διετέλεσε ὁ Κων/πόλεως Εὐτύχιος. Στή Σύνοδο δέν παρέστησαν ἐκπρόσωποι τῆς Πολιτείας.

Ὡς γνωστόν τά ἑλληνικά Πρακτικά τῆς Συνόδου χάθηκαν. Ὁ Μ. Φώτιος πάντως, εἶχε ἀναγνώσει αὐτά. Ἡ ἀπώλειά τους εἶναι, ἑπομένως, μεταγενέστερη. Ἐπειδή ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἦταν μία ἑνωτική Σύνοδος καί ἐπειδή, ὅπως μᾶς πληροφοροῦν τά Πρακτικά τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τά Πρακτικά τῆς Ε΄ εἶχαν νοθευτεῖ, δικαιοῦται κάποιος νά εἰκάσει ὅτι ἡ ἀπώλειά τους δέν ἦταν τυχαία. Ἔχουν διασωθεῖ δύο κώδικες λατινικοί μέ τά Πρακτικά τῆς Ε΄ Συνόδου, μέ σημαντικές ὅμως διαφορές. Τούς κώδικες αὐτούς μετέφρασε καί δημοσίευσε στήν Ἑλληνική ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος, [Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (Εἰσαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια), Ἀθῆναι 1985].

Σύμφωνα μέ τά λατινικά Πρακτικά, ἡ Σύνοδος πραγματοποίη­σε ὀκτώ συνεδρίες. Κατά τήν τελευταία της συνεδρία, 2α Ἰουνίου, ἀφοῦ πρῶτα ἔκαμε ἐκτενῆ ἀνακεφαλαίωση ὅσων εἶχαν συζητηθεῖ καί ἀποφασιστεῖ στίς προηγούμενες συνεδρίες της, ἀναγνώστηκε καί ψηφίστηκε ἡ «Συνοδική Ψῆφος», ἡ ὁποία ἐπέχει θέση Ὅρου, μολονότι διαφέρει ὡς πρός τή δομή της ἀπό τούς Ὅρους τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ «Ψῆφος» τῆς Συνόδου τελειώνει μέ τά ιδ΄ «Δογματικά Κεφάλαια» καί τίς ὑπογραφές τῶν 165 Πατέρων. Δέν θά πρέπει νά μᾶς διαφεύγει ἐπίσης ὅτι ἡ Σύνοδος δέν ἐξέδωσε Ὅρο Πίστεως, γιατί δέν συγκλήθηκε γιά τήν ἀντιμετώπιση κάποιας συγκεκριμένης αἵρεσης, ἀλλά γιά νά ἐνισχύσει τίς ἀναληφθεῖσες ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό προσπάθειες ἐκκλησιαστικῆς ἕνωσης τῶν Ἀντιχαλκηδονίων τῆς Αἰγύπτου μέ τήν Ἐκκλησία.

2. Τό ἔργο τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Τό ἔργο της ἦταν ἡ ἀναίρεση τῶν ἐπιφυλάξεων τῶν μονοφυσιτιζόντων καί μονοφυσιτῶν τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Συρίας κατά τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, καί τῆς κατηγορίας, ὅτι αὐτή, ἡ Σύνοδος, ἐπικύρωσε ἕναν κεκαλυμένο νεστοριανισμό.

Συγκεκριμένα, διευκρινίζει καί ἀναλύει τή διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περί τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ καί μετά τή σάρκωση. Ἡ Σύνοδος μέ ὅσα ἐκθέτει εἶχε ἐπιδιώξει νά παρουσιάσει τή σχετική διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὡς ἐναρμονιζόμενη πρός τή διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου. Ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὅπως ἀναφέραμε, ἀπέρριψε τήν Κυρίλλεια, καί ὄχι μόνο, φράση «ἐκ δύο φύσεων» καί ἀποδέχθηκε αὐτή τοῦ Ρώμης Λέοντα «ἐν δύο φύσεσιν». Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος χρησιμοποίησε καί τίς δύο διατυπώσεις : «ἐξ ὧν», «ἐξ ἀμφοῖν», «ἐκ δύο φύσεων» καί «ἐν αἷς», «ἐν δύο φύσεσι» (νεοχαλκηδονισμός). Ἔτσι τό η΄ (8) ἀνάθεμα ἀναφέρεται στίς Κυρίλλειες ἐκφράσεις «ἐκ δύο φύσεων» καί «μίαν φύσιν σεσαρκωμένην». Τό θ΄ ἀνάθεμα καταδικάζει τούς συγχέοντες τήν μίαν προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ μετά τῆς σαρκός αὐτοῦ. Τό  ι΄ καταδικάζει ὅλους ὅσοι δέν ὁμολογοῦν τόν Χριστό, τόν «ἕνα τῆς Ἁγίας Τριάδος». Τό ια΄ καταδικάζει ὅσους δέν ἀναθεματίζουν τούς Ἄρειο, Εὐνόμιο, Μακεδόνιο, Ἀπολλινάριο, Νεστόριο, Εὐτυχῆ καί Ὠριγένη καί τά ἀσεβῆ αὐτῶν συγγράμματα, ἀλλά καί τούς ἄλλους αἱρετικούς πού ἔχουν ἀναθεματισθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τίς τέσσερεις προηγούμενες  Οἰκουμενικές Συνόδους.

Συμπερασματικά λοιπόν θά μπορούσαμε νά ἀναφέρουμε τά παρακάτω :

α.  Ἡ Σύνοδος ἦταν μία ἑνωτική Σύνοδος. Ἐντάσσεται στήν ἐπίμονη προσπάθεια τοῦ Ἰουστινιανοῦ νά ἐπιτύχει τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα τῶν ὑπηκόων του, τήν ὁποία θεωροῦσε ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τή διασφάλιση τῆς εἰρήνης τῶν λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας του.

β.  Αὐτός ἦταν ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ Σύνοδος δέν ἀναθεμάτισε τόν Διόσκορο ἀλλ’ οὔτε καί τόν Σεβῆρο Ἀντιοχείας.

γ.  Τό καίριο χαρακτηριστικό γνώρισμά της ἦταν ὁ ἔντονος ἀντινεστοριανισμός.

δ.  Μέλημά της ἦταν νά ἀπαλλάξει τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἀπό καθετί γιά τό ὁποῖο οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι τήν κατηγοροῦσαν ὡς συγκλίνουσα πρός τό νεστοριανισμό.

ε)  Ἐπειδή ἡ σύνδεση τοῦ δόγματος τῆς Χαλκηδόνος μέ τήν Κυρίλλεια θεολογία ὑπῆρξε χαλαρή, ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (553) προσπάθησε νά διασαφηνίσει τά ἐπίμαχα σημεῖα τοῦ Ὅρου τῆς Χαλκηδόνας στηριζόμενη σέ ἀπόψεις καί διδασκαλίες τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.

στ)  Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος πέτυχε νά μήν χαθεῖ ἡ ἑνότητα Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ρήξη τῆς ὁποίας εἶχε ξεκινήσει ἀρκετά πρίν, μέ τό λεγόμενο Ἀκακιανό σχῖσμα (484-512).

ζ)  Ἡ Σύνοδος (553) πέτυχε τή «διόρθωση», «τράνωση» καί ἑρμηνεία τοῦ Ὅρου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451), γεγονός σημαντικό στήν ἔκφραση τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος. («ἐκ δύο φύσεων» ἤ «ἐν δύο φύσεσι»), συνδυάζουσα τήν ἀλεξανδρινή καί τήν ἀντιοχειανή παράδοση.

η.  Ἡ Σύνοδος ὅμως κανένα θετικό ἀποτέλεσμα δέν εἶχε  ὡς πρός τήν ἀποδοχή τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπό τούς Ἀντιχαλκηδόνιους τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Συρίας, γι’ αὐτό καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰουστινιανός θά τήν ἀκύρωνε μέ τό ἑτοιμαζόμενο Διάταγμά του ὑπέρ τοῦ Ἀφθαρτοδοκητισμοῦ, τό ὁποῖον ὅμως δέν δημοσίευε, γιατί τόν πρόλαβε ὁ θάνατος (565).

3. Ἡ προσπάθεια συνεχίζεται. Ἡ ἀνάγκη σύγκλησης μιᾶς νέας Συνόδου πρός ἐπίλυση ἑνός συνεπαγόμενου θεολογικοῦ ζητήματος. Ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.

Ἡ καταδίκη ὅμως τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων» ἀπό τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο δέν ἔφερε τό ποθούμενο ἀπό τόν Ἰουστινιανό Α΄ ἀποτέλεσμα, σχετικά μέ τίς προσπάθειες γιά τήν ἕνωση Ἀντιχαλκηδόνιων καί Χαλκηδόνιων, γιαυτό καί οἱ ἑνωτικές ἀπόπειρες συνεχίστηκαν. Ἡ ἕνωση ὅμως προκάλεσε ἕνα νέο θεολογικό ζήτημα συνεπαγόμενο τοῦ Χριστολογικοῦ, τό ὁποῖο βασίζεται στήν ἐσφαλμένη ἀρχή, ὅτι ὁ ἕνας καί ὁ αὐτός Χριστός, στόν ὁποῖο ἑνώθηκαν καθ’ ὑπόσταση ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἐνεργοῦσε τά θεῖα καί τά ἀνθρώπινα «τῇ μιᾷ θεανδρικῇ ἐνεργείᾳ». Κατά τήν ἐσφαλμένη αὐτή ἀντίληψη ἡ θέληση καί ἡ ἐνέργεια φέρεται ὡς «ἴδιον», ἰδιότητα, τοῦ προσώπου καί ὄχι τῆς φύσης. Ἑπομένως, στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει μόνο μία θέληση καί μία «καινή», ἡ «θεανδρική» ἐνέργεια.

Ἀρχικά ὁ Κων/πόλεως Ἄνθιμος, εἶχε ὑποστηρίξει, ὅτι «εἰ γάρ μία ἐστιν ὑπόστασις καί μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη, ὥσπερ οὖν καί ἐστίν, ἀναμφιβόλως καί ἕν θέλημα καί μία ἐνέργεια δηλονότι καί μία σοφία, καί μία γνῶσις τοῦ συναμφοτέρου ὑπάρχει» (MANSI 11, 516 CD), στήν προσπάθειά του νά ἑρμηνεύσει τόν Ὅρο τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνῶ  κύριος ὑπερασπιστής τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς ἐμφανίστηκε ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἐξέφρασε τήν ἄποψη, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὄντας ἕνα πρόσωπο εἶχε μία θέληση καί μία θεανδρική ἐνέργεια. Ὁ Ἰουστινιανός Α΄ ἀντίθετα, σέ ἐπιστολή του Πρός Ζώιλον Ἀλεξανδρείας, ἀναιρεῖ καί καταδικάζει τήν κακοδοξία αὐτή, τονίζοντας, ὅτι ὁ Χριστός «δύο φυσικάς ἔχει ἐνεργείας τήν θείαν δηλονότι καί τήν ἀνθρωπίνην, τήν ἄκτιστον, καί τήν κτιστήν, ὡς ἀληθινός καί τέλειος Θεός, ἀληθινός καί τέλειος ἄνθρωπος». Στή διαλεκτική αὐτή ὅμως ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, δέν ἀναφέρθηκε, οὔτε κατεδίκασε τή νέα αὐτή κακοδοξία, ἡ ὁποία στήν οὐσία της συνιστοῦσε ἀκύρωση τοῦ δόγματος τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, κι’ αὐτό γιατί δέν τό εἶχε ζητήσει ὁ Ἰουστινιανός ἀκριβῶς, ἐπειδή θεωροῦσε ὅτι ἀντέβαινε στίς ἑνωτικές προσπάθειές του.

Ὁ Ἠράκλειος (610-641) στήν προσπάθειά του νά ἑνώσει τούς Χαλκηδόνιους βρῆκε σύμμαχό του τόν Σέργιο Κων/πόλεως (610-638). Ὁ Σέργιος, σέ ἐρώτηση πού τοῦ τέθηκε, ἀπάντησε : α) Οὐδεμία Οἰκουμενική Σύνοδος μίλησε σαφῶς γιά τήν ὕπαρξη στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μιᾶς ἤ δύο θελήσεων καί ἐνεργειῶν. β) Ἔγκριτοι Πατέρες, ὅπως ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ὁ Μηνᾶς Κωνσταντινουπόλεως μιλοῦν γιά μία θέληση καί μία ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ, καί γ) Ὁ Λέων Ρώμης δέν ὁμιλεῖ γιά δύο θελήσεις καί ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ. Ἀργότερα, μετά τήν πολεμική πού τοῦ ἄσκησε ὁ Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων, ὁ Σέργιος υἱοθέτησε τήν ἄποψη ὅτι δέν πρέπει νά γίνεται τοῦ λοιποῦ λόγος γιά μία ἤ δύο θελήσεις καί ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ ἀπό λόγους «οἰκονομίας», καί πρός ἀποφυγήν σκανδαλισμοῦ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἠράκλειος, βλέποντας ὅτι οἱ ἑνωτικές προσπάθειες εἶχαν πρός στιγμή στεφθεῖ μέ ἐπιτυχία στήν Αἴγυπτο, ἐξέδωσε τό 638 τό Διάταγμα «Ἔκθεσις», μέ τό ὁποῖο ἐπέβαλλε τόν μονοθελητισμό καί ἀπαγόρευε νά γίνεται τοῦ λοιποῦ λόγος γιά μία ἤ δύο ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ. Συντάκτης τῆς «Ἔκθεσης» θεωρεῖται ὁ Σέργιος Κ/πόλεως, ὁ ὁποῖος καί πέτυχε τήν ἀποδοχή της ἀπό τήν ἐνδημοῦσα Σύνοδο τοῦ 638. Τήν Ἔκθεση ἀποδέχθηκαν καί οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας Κῦρος, Ἀντιοχείας Μακεδόνιος καί Ἱεροσολύμων Σέργιος. Ἡ Ἔκθεση υἱοθετοῦσε ἕνα μετριοπαθῆ μονοθελητισμό, ὡς συνέπεια μᾶλλον τῆς ἐπίμονης καί συντονισμένης δραστηριότητας τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων.

Ἡ Ἔκθεση τοῦ Ἠρακλείου ὅμως ἦταν ἕνα ἡμίμετρο, καί, ὅπως συμβαίνει σέ παρόμοιες περιπτώσεις, δέν ἐπρόκειτο νά λύσει τό πρόβλημα˙ μᾶλλον τό περιέπλεξε. Ἡ ἀντίδραση ἦλθε ἀπό τή Ρώμη. Ὁ πάπας Ἰωάννης (640-642) σέ σύνοδο στή Ρώμη (641) τάχθηκε κατά τῆς «Ἔκθεσις» καί ἀναθεμάτισε τούς πατριάρχες Κ/πόλεως Σέργιο, Πύρρο, Πέτρο καί Παῦλο καί τόν Ἀλεξανδρείας Κῦρο. Μέ τόν θάνατο τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, τή σκυτάλη τοῦ ἀγῶνα κατά τῶν νεοφανῶν αἱρέσεων ἀναλαμβάνει ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος  συνέδεε τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό αὐτεξούσιό του. Αὐτό σημαίνει, ὅτι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἄν ἡ ἀνθρώπινη φύση του ἦταν «ἀθέλητος», ὅπως ἰσχυρίζονταν οἱ αἱρετικοί, τότε θά ἦταν καί ἄνευ αὐτεξουσίου.

Ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Χριστός εἶχε «ὑποστατικόν» καί «γνωμικόν» θέλημα, εἶναι κατά τόν Μάξιμο ἐξόχως αἱρετική, ἐπειδή αὐτή καθιστᾶ τόν Χριστό ἤ «ψιλόν» ἄνθρωπο, «τρεπτόν καί ἁμαρτωλόν» ἤ «ἑτερόβουλον» τοῦ Θεοῦ Πατρός. Τό βασικό θεολογικό ἐπιχείρημα τοῦ Μαξίμου, ὅπως καί τοῦ Σωφρονίου, κατά τοῦ μονοθελητισμοῦ καί τοῦ μονοενεργητισμοῦ ἦταν ὅτι ἡ θέληση καί ἡ ἐνέργεια εἶναι ἰδιώματα τῆς φύσεως καί ὄχι τοῦ προσώπου ἤ τῆς ὑποστάσεως. Συνεπῶς, ἀφοῦ στόν Χριστό ἔχουμε δύο πλήρεις καί τέλειες φύσεις, ἔχουμε καί δύο θελήσεις καί δύο ἐνέργειες, κινούμενες καί ἐκδηλούμενες ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως.

Ἡ ἀπώλεια γιά τήν αὐτοκρατορία τοῦ Βυζαντίου τῆς Παλαιστίνης (637), τῆς Συρίας (638) καί τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖες καί μεταβλήθηκαν σέ ἀραβικές κτήσεις, κατέδειξε τή ματαιοπονία τῶν ἑνωτικῶν προσπαθειῶν τῆς Βασιλεύουσας, οἱ ὁποῖες δέν ἀπέβησαν ἁπλᾶ μάταιες ἀλλά καί ἐπιζήμιες γιά τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἔγιναν ἡ αἰτία, ὥστε νά σχηματισθεῖ στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἕνα μονοθελητικό καί μονοενεργητικό κατεστημένο, τό ὁποῖο μέ τή σύμπραξη τῶν αὐτοκρατόρων ἐπεδίωξε νά ἀναγάγει τήν αἵρεση σέ δόγμα πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί τό κέντρο τοῦ ἀγῶνα κατά τῶν νεοφανῶν αὐτῶν αἱρέσεων μεταφέρθηκε τότε στή Ρώμη, μέ πρωταγωνιστές τόν Μάξιμο τόν Ὁμολογητή καί ἀρκετούς ἄλλους, κυρίως μοναχούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καταφύγει στήν Ἰταλία, εἴτε γιά νά ἀποφύγουν τίς διώξεις, ὡς ἀντιφρονοῦντες, ἀπό τό αἱρετικό κατεστημένο τῆς Κ/πόλεως, εἴτε γιά νά σωθοῦν ἀπό τήν ἀραβική λαίλαπα πού ἔπλητε τούς ὀρθόδοξους τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καί τῆς Β. Ἀφρικῆς.

Ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας ὁ Β΄ (641-668), ἐπίσης, μή μπορῶντας νά κάμψει τήν ἀντίδραση τῆς Δύσεως, ἀναγκάστηκε νά ἐκδώσει τό Διάταγμα «Τύπος» (648), μέ τό ὁποῖο ἀνακαλοῦσε τήν «Ἔκθεσιν» τοῦ πατέρα του καί ἀπαγόρευε κάθε συζήτηση γιά μία ἤ δύο θελήσεις καί ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ. Ὁ «Τύπος», ὅπως ἦταν φυσικό, ἦταν ἕνα ἡμίμετρο καί δέν ἱκανοποιοῦσε καμμία ἀπό τίς ἀντιμαχόμενες πλευρές. Ἔτσι ὁ πάπας Μαρτῖνος Α΄ (649-655) συγκάλεσε μεγάλη Σύνοδο στή Ρώμη (649) (Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ), τῆς ὁποίας ψυχή ἀναδείχθηκε ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ἡ Σύνοδος αὐτή ἐπικύρωσε καί διακήρυξε τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι στόν Χριστό ὑπάρχουν  δύο φύσεις καί ἑπομένως δύο θελήσεις καί ἐνέργειες. Στή Σύνοδο παραβρέθηκαν ὁ Παλαιστίνιος ἐπίσκοπος Στέφανος καί 35 Ἕλληνες ἡγούμενοι καί μοναχοί.

Τόν δολοφονηθέντα Κώνστα Β΄ διαδέχθηκε ὁ γιός του Κωνσταντῖνος Δ΄ ὁ Πωγωνᾶτος (668-685), ὁ ὁποῖος ἦταν δυθελήτης. Οἱ πολεμικές ἐνασχολήσεις του ὅμως δέν τοῦ ἐπέτρεψαν νά ἀσχοληθεῖ μέ τή διευθέτηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί θεολογικῆς αὐτῆς κρίσης. Ὅταν ἡ κατάσταση βελτιώθηκε μέ «σάκρα», ζήτησε ἀπό τόν πάπα Δόμνο (ἤ Δῶνο) τήν ἀποστολή ἐκπροσώπων, προκειμένου νά συσκεφθοῦν καί συναποφασίσουν μέ τόν Γεώργιο Κ/πόλεως, τούς ἐν Κ/πόλει ἀρχιερεῖς, τόν Μακάριο Ἀντιοχείας καί τούς συνοδεύοντες αὐτόν ἐπισκόπους  τήν ἐπίτευξη μιᾶς ὁμοφωνίας καί τῆς ὁμόνοιας στήν Ἐκκλησία  τοῦ Χριστοῦ.

Τόν ἀποθανόντα Δόμνο διαδέχθηκε στό θρόνο τῆς Ρώμης ὁ Ἀγάθων (678-682). Ὁ Ἀγάθων συγκάλεσε μεγάλη Σύνοδο ἀπό 125 ἐπισκόπους, στήν ὁποία ὅμως κανένας ἐπίσκοπος ἀπό τό Ἀνατολικό Ἰλλυρικό δέν παρέστη. Στή Σύνοδο αὐτή καταδικάστηκε ἡ αἵρεση καί ἐγκρίθηκαν οἱ δύο «Ἀναφορές»,μία προσωπική τοῦ Ἀγάθωνα, καί μία συνοδική Πρός τόν Κωνσταντῖνο Δ΄. Πρόκειται γιά δύο ἰδιαίτερα σημαντικά κείμενα, τά ὁποῖα ἐν πολλοῖς ἀποτέλεσαν τή βάση τοῦ Ὅρου τῆς Συνόδου. Ἡ παρουσία στήν Κ/πολη καί ἐκπροσώπων τῶν Πατριαρχείων Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας προσέδωσε στή Σύνοδο ὅλες τίς προϋποθέσεις καί ὅλα τά ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά γνωρίσματα μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

4. Σύγκληση καί ἐργασίες τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπό τόν Κωνσταν­τῖνο Δ΄ τόν Πωγωνᾶτο (668-685) καί συνῆλθε στήν ἐν Τρούλλῳ αἴθουσα τῶν ἀνακτόρων, ἀπό τίς 7 Νοεμβρίου 680 ὥς τίς 17 Σεπτεμβρίου 681.

Τήν προεδρία αὐτῆς στίς πρῶτες ἔνδεκα (καί στή ιθ΄) συνεδρίες ἄσκησε ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας. Στίς ἐνδιάμεσες συνεδρίες ιβ΄- ιζ΄ προήδρευσε ὁ Γεώργιος Κ/πόλεως. Ὁ ρόλος τοῦ Κωνσταντίνου Δ΄ ἦταν ἐκεῖνος τοῦ «ἐπιδιαιτητοῦ» μεταξύ τῶν δυθελητῶν, τῶν ὁποίων προΐστατο ὁ Γεώργιος Κ/πόλεως, καί τοῦ μονοθελήτη Μακαρίου Ἀντιοχείας. Οἱ τοποτηρητές τοῦ πάπα ἦταν οἱ «κατήγοροι».

Ὁ  Ρώμης Ἀγάθων ἐκπροσωπήθηκε ἀπό δύο πρεσβύτερους καί ἕνα διάκονο. Τρεῖς ἐπίσκοποι ἐκπροσώπησαν τή Σύνοδο τῶν ἐπισκόπων τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου Ρώμης. Στή Σύνοδο πῆραν μέρος καί ἐπίσκοποι ἀπό τίς ἐπαρχίες τοῦ Ἰλλυρικοῦ, πού τότε ἐκκλησιαστικά ὑπάγονταν στόν Ρώμης, συμμορφώνονταν ὅμως μέ τίς ὁδηγίες τοῦ αὐτοκράτορα, ἀφοῦ οἱ θρόνοι τους βρίσκονταν μέσα στά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του. Οἱ πατριαρχικοί θρόνοι Ἀλεξανδρείας καί Ἱεροσολύμων ἦταν τότε κενοί. Ἐκπροσωπήθηκαν στή Σύνοδο ἀπό τούς τοποτηρητές τους. Στή Σύνοδο μετεῖχε καί ὁ Μακάριος Ἀντιοχείας. Ἐπειδή, ὅμως, δέν πείστηκε νά ἀποδοκιμάσει τίς αἱρετικές δοξασίες του, ἀναθεματίστηκε. Ἐξελέγη νέος ἀρχιεπίσκοπος ὁ Θεοφάνης, ὁ ὁποῖος ἀπό τήν ιδ΄ συνεδρία τῆς Συνόδου καί μετά μετέσχε κανονικά τῶν συνεδριῶν αὐτῆς.

Ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς Ἕκτης σέ σχέση πρός τίς προηγούμενες Οἰκουμενικές Συνόδους, ἐκτός ἀπό τή νέα διαδικασία πού προέβλεπε ἐπιδιαιτητή, κατήγορο καί κατηγορούμενο, ἦταν καί ἡ συμμετοχή, μέ δικαίωμα λόγου σ’ αὐτήν, καί πρεσβυτέρων (ἱερομονάχων) ὄχι μέ τήν ἰδιότητα ἐκπροσώπων μητροπολιτῶν ἤ ἐπισκόπων, ἀλλά μέ τήν ἰδιότητα ἐκπροσώπων ἱερῶν μονῶν ἤ πόλεων.

Σκοπός τοῦ ἔργου τῆς Συνόδου ἦταν ἡ εἰρήνευση τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπό τόν σάλο πού εἶχαν προκαλέσει οἱ αἱρέσεις τοῦ μονοθελητισμοῦ καί τοῦ μονοενεργητισμοῦ, τίς θεολογικές θέσεις τῶν ὁποίων, μέ τόν σχετικό προβληματισμό, μετέφερε στή Σύνοδο, παρουσίασε καί ὑπερασπίστηκε μέ ἐπιμονή καί συνέπεια ὁ Μακάριος Ἀντιοχείας, βοηθούμενος καί ἀπό τόν μαθητή του μοναχό Στέφανο. Θά πρέπει, βέβαια, νά ἔχουμε ὑπόψη ὅτι ὁ μονοθελητισμός-μονοενεργητισμός τοῦ Μακαρίου – καί ὅσων ἐκεῖνος ἐπεκαλεῖτο τήν αὐθεντία – διέφερε σημαντικά ἀπό τή διδασκαλία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων Σεβήρου, τῶν Θεοδοσιανῶν καί τῶν μετά ταῦτα Κοπτῶν. Τήν ἀντίστοιχη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, βάσει τῆς ἁγίας Γραφῆς καί τῆς συνοδικῆς καί πατερικῆς παραδόσεως, παρουσίασε στή Σύνοδο ὁ Ἀγάθων Ρώμης μέ τήν «Ἀναφορά» του Πρός τόν βασιλέα Κωνσταντῖνον. Οἱ ἐπίσκοποι-μέλη τῆς Συνόδου, ἀφοῦ ἔλεγξαν τό περιεχόμενο τῆς «Ἀναφορᾶς» τοῦ Ἀγάθωνα, μέ κριτήριο τήν εὐαγγελική, τήν ἀποστολική, τή συνοδική καί τήν πατερική παράδοση ἀλλά καί τή ζῶσα παράδοση-πίστη τῆς ἀνά τήν Οἰκουμένη Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τήν ἐπικύρωσαν καί τήν κατέστησαν ἐπίσημο ἑρμηνευτικό κείμενο τοῦ Ὅρου τῆς Συνόδου.

5. Ὁ θεολογικός Ὅρος τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ καθαυτή δογματική ἀπόφαση τῆς Συνόδου, πού ἀποτελεῖ καί τόν πυρῆνα τοῦ Ὅρου της, ἔχει ὡς ἑξῆς : «Καί δύο θελήσεις ἤτοι θελήματα ἐν αὐτῷ καί δύο φυσικάς ἐνεργείας ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀμερίστως, ἀσυγ­χύτως, κατά τήν τῶν ἁγίων Πατέρων διδασκαλίαν ὡσαύτως κηρύττομεν καί δύο μέν φυσικά θελήματα οὐχ ὑπεναντία, μή γένοιτο, καθώς οἱ ἀσεβεῖς ἔφη­σαν αἱρετικοί, ἀλλ’ ἑπόμενον τό ἀνθρώπινον αὐτοῦ θέλημα, καί μή ἀντιπῖ­πτον ἤ ἀντιπαλαῖον, μᾶλλον μέν οὖν καί ὑποτασσόμενον τῷ θείῳ αὐτοῦ καί πανσθενεῖ θελήματι… Ὅν γάρ τρόπον ἡ παναγία καί ἄμωμος ἐψυχωμένη αὐτοῦ σάρξ θεωθεῖσα οὐκ ἀνῃρέθη, ἀλλ’ ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς ὅρῳ τε καί λόγῳ διέμεινεν, οὕτω καί τό ἀνθρώπινον αὐτοῦ θέλημα θεωθέν οὐκ ἀνῃρέθη, σέσωσται δέ μᾶλλον… ». Ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐπίσης ἀπέκλεισε τή θεώρηση τῆς ἀποδοχῆς ἀπό μέρους τῆς αὐτονομήσεως τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ καί ὑποστηρίξεως ἑνός νεστοριανικοῦ τύπου μονοθελητισμοῦ ἤ δυοθελητισμοῦ, γι’ αὐτό καί πρόσθεσε : «Ἑνός γάρ καί τοῦ αὐτοῦ τά τε θαύματα καί πάθη γινώσκομεν κατ’ ἄλλο καί ἄλλο τῶν ἐξ ὧν ἐστι φύσεων καί ἐν αἷς τό εἶναι ἔχει». Δηλαδή, ὁ ἕνας καί ὁ αὐτός Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ θέλων καί ὁ ἐνεργῶν, ὄχι βέβαια ὡς ἄλλος καί ἄλλος, ὅπως πρέσβευε ὁ νεστοριανισμός, ἀλλά «κατ’ ἄλλο καί ἄλλο», ἤτοι κατά τή θεία του μόνο φύση ἤθελε καί ἐνεργοῦσε τά θεῖα, ἑπομένως καί τά θαύματα, κατά τήν ἀνθρώπινη δέ ἤθελε καί ἐνεργοῦσε καθετί τό ἀνθρώπινο. Ὁ Χριστός δέν θά μποροῦσε ποτέ νά εἶχε μία φυσική ἐνέργεια (αὐτό ἰσχύει, ὅπως εἶναι φυσικό, καί γιά τή θέληση), χωρίς τόν κίνδυνο ἤ νά εἶχε ἡ ἀνθρώπινη φύση του ἀναχθεῖ, ἀνυψωθεῖ, σέ θεία, ἤ ἀντίθετα νά εἶχε ὑποβιβασθεῖ ἡ θεία σέ ἀνθρώπινη. Γι’ αὐτό, συνοψίζει ἡ Σύνοδος, τοῦ ἑνός τῆς Ἁγίας Τριάδος Ἰησοῦ Χριστοῦ «εἷς ὦν τῆς ἁγίας Τριάδος» (ὕμνος τοῦ Ἰουστινιανοῦ, «ὁ Μονογενής») καί μετά τή σάρκωσή του πιστεύουμε καί ἐξαγγέλλουμε «δύο αὐτοῦ τάς φύσεις ἐν τῇ μιᾷ αὐτοῦ διαλαμπούσας ὑποστάσει, ἐν ἧ (=ὑποστάσει) τά τε θαύματα καί τά πα­θή­ματα δι’ ὅλης αὐτοῦ τῆς οἰκονομικῆς ἀναστροφῆς οὐ κατά φαντασίαν, ἀλλά ἀληθῶς ἐπεδείξατο, τῆς φυσικῆς ἐν αὐτῇ τῇ μιᾷ ὑποστάσει» διαφορᾶς γνωρι­ζο­μέ­νης τῷ μετά τῆς θατέρου κοινωνίας ἑκατέραν φύσιν θέλειν τε καί ἐνερ­γεῖν τά ἴδια. Καθ’ ὅν δή λόγον καί δύο φυσικά θελήματά τε καί ἐνεργείας δο­ξά­ζο­μεν πρός σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καταλλήλως συντρέχοντα».

Συνοψίζοντες τό ὀρθόδοξο δόγμα γιά τά δύο φυσικά θελήματα καί τίς δύο φυσικές ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ παρατηροῦμε : α)  Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἕνας τῆς Τριάδος, ἔγινε ἄνθρωπος, ὁμοούσιος μέ ἐμᾶς, χωρίς ἁμαρτίες, ἕνωσε στή μία ὑπόστασή του, στήν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, τή θεία καί τήν ἀνθρώπινή του φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως. β) Ἡ θέληση καί ἡ ἐνέργεια εἶναι ἰδιώματα τῆς φύσεως καί μάλιστα τά βασικότερα, ἀφοῦ αὐτά χαρακτηρίζουν τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καί καταξιώνουν τόν ἄνθρωπο ὡς τήν κορωνίδα τῆς δημιουργίας. γ) Στόν ἕνα Χριστό ὑπάρχουν ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως, ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως ἑνωμένες καί δύο φυσικές θελήσεις καί δύο φυσικές ἐνέργειες. δ) Ὁ ἕνας καί ὁ αὐτός Χριστός θέλει καί ἐνεργεῖ τά θεῖα καί τά ἀνθρώπινα ὄχι «κατ’ ἄλλον καί ἄλλον», ἀλλά «κατ’ ἄλλο καί ἄλλο», ἤτοι κατά τή θεία του φύση θέλει καί ἐνεργεῖ τά «θεοπρεπῆ», ἐνῶ κατά τήν ἀνθρώπινη θέλει καί ἐνεργεῖ τά «ἀνθρωποπρεπῆ». Ἡ κάθε φύση αὐτοῦ θέλει καί ἐνεργεῖ τά ἴδια «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας». ε) Ὅπως ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἕνεκα τῆς «καθ’ ὑπόστασιν» ἑνώσεώς της μέ τή θεία, θεώθηκε ἀτρέπτως, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί τό ἀνθρώπινο αὐτοῦ θέλημα «θεωθέν οὐκ ἀνῃρέθη». στ)  Τό ἀνθρώπινο θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ὡς «ἴδιον» αὐτοῦ θέλημα καί «θεωθέν ὅλον» ἀτρέπτως, δέν ἐναντιώνεται οὔτε ἀντιμάχεται ἤ ἀνταγωνίζεται τό θεῖο, ἀλλά ἑκουσίως ὑποτάσσεται σ’ αὐτό. 7)  Ἡ μή ὕπαρξη ἀνθρώπινου θελήματος στόν Χριστό θά φενάκιζε τήν «ἐν Χριστῷ» σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἄς σημειωθεῖ, τέλος, ὅτι ἡ θεώρηση ἀπό τή Σύνοδο τῆς ἐνέργειας ὡς χαρακτηριστικοῦ γνωρίσματος («ἰδιότητος» καί «ἰδιώματος») τῆς φύσης σημαίνει ὅτι φύση καί ἐνέργεια διακρίνονται σαφῶς καί δέν συμπίπτουν. Ἄν καί στή Σύνοδο δέν ἔγινε λόγος γιά τό ἔργο καί τίς ἐνέργειες τοῦ Μαξίμου, ἔναντι τοῦ μονοθελητισμοῦ-μονοενεργητισμοῦ, ὡστόσο ἡ θεολογική του συμβολή διέπνευσε τή Σύνοδο, ὅπως διέπνευσε καί ἡ χριστολογική του ἔκφραση εἰδικά τή διατύπωση τοῦ συνοδικοῦ Ὅρου. Σ’  αὐτόν τόν Ὅρο ἔγινε σαφές ὅτι ἡ ὀρθοδοξία δέν μποροῦσε νά δεχθεῖ κολοβωμένη τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, ἀθέλητη καί ἀνενέργητη τή σάρκα του. Στηριζόμενος μάλιστα ὁ Ὅρος στή Χριστολογία τῶν δύο προηγούμενων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μίλησε μέσα ἀπό τά κείμενα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιά «δύο φυσικές θελήσεις καί θελήματα στόν Χριστό καί δύο φυσικές ἐνέργειες ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀμερίστως, ἀσυγχύτως», ἐνῶ τά δύο φυσικά θελήματα στόν Χριστό δέν θεωροῦνται ἐνάντια τό ἕνα πρός τό ἄλλο. Τό ἀνθρώπινο θέλημα δέν ἀντιπαλεύει, ἀλλά «ἐνεργεῖται» ἀπό τό θεῖο καί παντοδύναμο θέλημα αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος «ἀσκούμενος ἐν σαρκί» λαμβάνει πλήρη ἀνθρωπότητα στήν ὑπόστασή του, δηλαδή τοῦ ἴδιου Θεοῦ Λόγου. Ὁ Ὅρος τῆς Συνόδου μιλᾶ γιά τόν τῆς Τριάδος Χριστό, ὅπως τόνιζε καί ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὁ Ὁποῖος μένει ὁ ἴδιος καί μετά τή σάρκωσή του, ὄντας καί δρώντας μέ δύο φύσεις.

6. Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις.

Γιά τίς προαναφερθεῖσες κάποιες συμπερασματικές δύο Οἰκουμενικές Συνόδους θά ἤθελα νά κάνω μερικές παρατηρήσεις. Καί οἱ δύο Σύνοδοι μέ τίς ἀποφάσεις τους λειτούργησαν συμπληρωματικά καί ὡς πρός τίς ἀποφάσεις τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Χαλκηδόνα 481) ἀλλά καί πρός ἄλληλες. Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική, ἐπεξήγησε ἑρμηνευτικά τήν κυρίλλεια ἔκφραση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» καί σέ ἀναφορά πρός τήν σχέση φύσεως καί προσώπου, ἀλλά ἐπίσης προσδιόρισε καί τήν θεολογική ταύτιση τῶν δύο ἐκφράσεων «ἐν δύο φύσεσι» ἤ «ἐκ δύο φύσεων».

Ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική, «διετράνωσε» τή χριστολογική διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς καθορίζοντας τά ὅρια τῆς βουλήσεως-θελήσεως, φύσεως καί προσώπου, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καί συγχρόνως πρόβαλλε τίς βάσεις τῆς ἀνθρωπολογικῆς συνέπειας αὐτῆς τῆς σχέσεως.

Δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει ὅτι, τόσο ἡ ἑρμηνευτική ἐπεξήγηση ἤ διόρθωση ἤ ἀκόμη καί ἡ «τράνωσις» δέν ἀποτελεῖ μία νέα μορφή ἐξελικτικῆς ἀνάπτυξης τῆς μίας Ἀλήθειας τῆς Πίστης τῆς Ἐκκλησίας στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἀποτελεῖ ἁπλᾶ μία ἐπαγωγική ἀνάπτυξη τῆς ἑρμηνείας τῆς μίας Ἀλήθειας καί ἐπισήμανση τῶν ἀνθρωπολογικῶν συνεπειῶν αὐτῆς τῆς Ἀλήθειας. Τό ἴδιο ἔγινε καί στήν Ζ΄ Οἰκουμενική σύνοδο, ὑπό μία ἄλλη προοπτική καί σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο.

Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἀποτελοῦν ἔκτακτα γεγονότα μέσα στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καί προκλήθηκαν ἀπό ζητήματα θεολογικά, τά ὁποῖα ἀπαιτοῦσαν γιά τήν ἐπίλυσή τους, μία σύνολη παρουσία τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔστω καί ἄν δέν ὑπῆρχε καί ἡ ἀντίστοιχη ἤ ἀνάλογη ἐκκλησιαστική παρουσία ἤ ἀντιπροσώπευση τῆς ὅλης Ἐκκλησίας. Αὐτό ἐπιλύεται ἀργότερα μέ τήν διαδικασία τῆς ἀποδοχῆς (reception) καί τῆς ἀναγνώρισης. Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ὡς ἱστορικά γεγονότα δέν λειτουργοῦν ἐρήμην τῶν πολιτικῶν, ἐκκλησιαστικῶν ἤ ἱστορικῶν γεγονότων τῆς ἐποχῆς, ἔστω καί ἄν καταφέρνουν στό τέλος νά δηλώσουν τήν διαφοροποίησή τους (βλ. Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος). Ἡ Οἰκουμενικότητα μιᾶς συνόδου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν συμμετοχή ἤ τήν ἀντιπροσώπευση τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλά ἀπό τήν ἀποδοχή ἤ μή τῶν ἀποφάσεών της ἀπό σύνολη τήν Ἐκκλησία (βλ. Β΄ Οἰκουμενική.

Τέλος ἄλλη εἶναι ἡ διαδικασία καί σημασία ἀποδοχῆς (reception) μιᾶς Συνόδου ὡς Οἰκουμενικῆς, καί ἄλλο ἡ ἀνακήρυξή της, ὡς μία κανονική-συνοδική διαδικασία. Ἡ δεύτερη προϋποθέτει τήν πρώτη καί ἡ πρώτη συνεπάγεται τή δεύτερη (βλ. ἀναγνώριση Β΄ ἀναγνώριση ἀπό Δ΄ Οἰκουμενική, ὄχι ἀπό Γ΄Οἰκουμενική), ὅταν ἔλθη τό «πλήρωμα» τοῦ χρόνου καί πάντως ἀπό ἄλλη Οἰκουμενική Σύνοδο καί ὄχι τοπική, πολλῷ δέ μᾶλλον ὄχι ἀπό μεμονωμένες ἐνέργειες ἐπισκόπων κάποιας τοπικῆς ἐπισκοπῆς.

Ἐάν ἴσχυε ἡ ἀναγνώριση ἤ ἡ ἀποδοχή τῆς Οἰκουμενικότητας μιᾶς Συνόδου καί ἀπό μία τοπική καί μεμονωμένη Ἐκκλησία, τότε παύει ἡ Σύνοδος νά εἶναι γεγονός ἐκκλησιαστικό τῆς Καθόλου Ἐκκλησίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Ἰ. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, Ἐν Ἀθήναις 1952, σελ. 168-188.

2)  Γ. Μαρτζέλου, Γένεση καί πηγές τοῦ Ὅρου τῆς Χαλκηδόνας, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1986.

3)  Τοῦ ἰδίου, Ἡ χριστολογία τοῦ Βασιλείου Σελευκείας καί ἡ οἰκουμενική σημασία της, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1990.

4)  Δεσ.  Κουτοστεργίου, Ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος καί ἡ θεολογία της, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1992.

5)  Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄,  Ἀθῆναι 1994, σελ. 657-763.

6)  Διακόνου Ἐλπιδοφόρου Λαμπρυνιάδη (νῦν Μητροπολίτη Προύσσης), Ἡ ἔναντι τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος στάση τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας (Διδ. Διατρ.), Θεσσαλονίκη 2001.

7)  Βασ.  Γιαννόπουλου, Ἱστορία καί Θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐκδ. Ἔννοια, Ἀθήνα 2011, σελ. 301-413.

8)  Ἰ. Κουρεμπελέ, «Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος στό βάθος καί ἡ Στ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος στό προσκήνιο. Ἀπό τή θεολογική προϊστορία στήν Οἰκουμενική προοπτική», ἐν Τοῦ ἰδίου, Δῶσ’ μου λόγο, Λόγε, Μελέτες λόγῳ Θεολογίας, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 97-160.