2016_02_11Ἱστορία καί πρόσωπα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Δένδρο περιήγησης: | Ἀρχική Σελίδα | Ποιμαντική | Εκπαίδευση | Ἐπιμορφωτικά Σεμινάρια | 2016_02_11Ἱστορία καί πρόσωπα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
ΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ:
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΑΙ

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

11/2/2016

 

Ἀγαπητοί Πατέρες καί ἀδελφοί, σήμερα κλήθηκα ἐκτάκτως ἐνώπιόν σας πρός ἀναπλήρωση τοῦ ἀγαπητοῦ καί σεβαστοῦ καθηγητῆ μου κ. Γεωργίου Μαρτζέλου, ὁ ὁποῖος λόγῳ ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων δέν μπόρεσε νά βρίσκεται κοντά μας. Θά προσπαθήσω, λοιπόν, μέ τίς πενιχρές μου δυνάμεις νά ἀναπτύξω, κατά τό δυνατόν, τό θέμα «Ἱστορία καί πρόσωπα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου».

Ἡ σχέση τῆς Γ΄ μέ τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο

Τήν Τέταρτη Οἰκουμενική Σύνοδο δέν μπορεῖ νά τήν ἐξετάσει κανείς χωρίς νά ἔχει ἐντρυφήσει πρῶτα στήν Τρίτη. Συνδέονται τόσο μά τόσο πολύ μεταξύ τους ἡ Θεολογία, τά κείμενα, τά πρόσωπα, οἱ καταστάσεις. Θά λέγαμε πώς μέ τή λήξη τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς, σχεδόν ἀμέσως παρουσιάστηκε ἡ ἀνάγκη σύγκλησης ἑτέρας Συνόδου πρός κατάδειξη τῶν αἱρετικῶν θέσεων, πρός ὀρθή διατύπωση τῆς ἅπαξ ἀποκαλυφθείσας ἀλήθειας, πρός εἰρήνευση καί καταλαγή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Πραγματικά ἀκόμα καί χρονικά δέν ἀπέχουν παρά εἴκοσι χρόνια ἡ μιά ἀπό τήν ἄλλη, τό 431 ἡ μιά τό 451 ἡ ἄλλη. Ἄν ἑξαιρέσουμε τήν Πενθέκτη, ἡ ὁποία συνεκλήθη γιά ἄλλους λόγους περί τά δέκα ἔτη μετά τήν Ἕκτη, ποτέ ἄλλοτε ἡ Ἐκκλησία δέν συγκάλεσε σέ τόσο σύντομη χρονικά περίοδο δύο Οἰκουμενικές Συνόδους.

Ἄς ἀνανεώσουμε λίγο τά δεδομένα τῆς μνήμης μας. Ἡ Τρίτη Οἰκουμενική πού συγκλήθηκε στήν Ἔφεσο, ὅπως εἰπώθηκε στό περασμένο σεμινάριο, ἀσχολήθηκε μέ τήν αἵρεση τοῦ Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ἔχοντας ἐπηρεαστεῖ ἀπό τήν ἀριστοτελική φιλοσοφία καί τή διδασκαλία τοῦ Θεοδώρου Μουψουεστίας δέν μποροῦσε νά ἐννοήσει τήν περί ἑνότητος τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Νεστόριος δέν μποροῦσε νά δεχτεῖ τήν πραγματική καί οὐσιαστική ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ ἀλλά εἰσηγοῦνταν μιά δυαδικότητα: «ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς καί ὁ Λόγος, δύο διαφορετικές ὑποστάσεις πού ἀποτελοῦν καί δύο διακεκριμένα πράγματα», συνεπῶς «ὁ Θεός Λόγος, κατά τό Νεστόριο, ἁπλῶς πέρασε διαμέσου τῆς Παναγίας γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ κατοικητήριο ἤ ὄχημα ἤ ναό ἤ φορεῖο ἤ ἔνδυμα. Γι΄ αὐτό καί ὁ Ἰησοῦς δέν ἦταν Θεός παρά μονάχα θεοφόρος».[1] Ὁ Νεστοριανισμός ἦταν “δυοφυσιτικός”, καθώς ξεχώριζε καί διασποῦσε τό ἕνα θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁμιλώντας γιά ἁπλή συνάφεια καί ὄχι γιά ἕνωση τῶν δυό φύσεων[2].

Ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος προχώρησε στήν καταδίκη τοῦ Νεστορίου καί τῆς διδασκαλίας του, ἐπικύρωσε τό Σύμβολο τῆς Νικαίας καί ἀναγνώρισε τό συνοδικό τῆς Ἀλεξάνδρειας (431) μέ τούς “Δώδεκα ἀναθεματισμούς” τοῦ Κυρίλλου ὡς ὀρθοδόξους[3]. Ἡ Σύνοδος δέ συνέταξε νέο δογματικό ὅρο, «ἀφοῦ τό σύμβολο τῆς Νικαίας κάλυπτε ὅλες τίς πτυχές γιά τήν ὀρθή ὁμολογία τῆς πίστεως»[4] καί ὁλοκλήρωσε ἤ μᾶλλον διέκοψε τίς ἐργασίες της μέσα σέ κλῖμα ἔντασης, διενέξεων, ἀλληλοκαταδικῶν καί αὐτοκρατορικῆς παρεμβατικότητας. Πρός ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης στήν Ἐκκλησία καί ὕστερα ἀπό πίεση τῆς πολιτείας[5] προέκυψε ἕνας δύσκολος θεολογικός συμβιβασμός δύο χρόνια μετά, τό 433, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ τῶν παρατάξεων τῆς Ἀλεξανδρινῆς καί τῆς Ἀντιοχειανῆς Σχολῆς. Τό κείμενο, τό ὁποῖο κατέστη οὐσιαστικά ὁ ἐπίσημος δογματικός Ὅρος τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[6], ἔργο τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου[7], φέρει τόν τίτλο “Ὅρος τῶν Διαλλαγῶν”[8], ὁ ὁποῖος περιελήφθη αὐτούσια ἀργότερα στό δογματικό ὅρο τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[9].

Ὁ καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς πολύ ὀρθά διαπιστώνει ὅτι: «ἡ συμβιβαστική λύση, ἡ ὁποία προσφερόταν γιά ποικίλες ἑρμηνεῖες, δέν ἱκανοποιοῦσε τούς αὐστηρούς ἐκπροσώπους τῆς ἀντιοχειανῆς ἤ ἀλεξανδρινῆς θεολογικῆς παραδόσεως. Ἄλλωστε, τό ὅλο ἔργο τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου ἑρμήνευε τό τί ἔγινε (πληρότητα τῶν δύο φύσεων) κατά τήν ἕνωση τῆς θείας μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά δέν ἀπαντοῦσε στό πῶς ἔγινε (σχέση τῶν δύο φύσεων) ἡ ἕνωση αὐτή στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, παρά τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐκκλησία βίωνε στή μυστηριακή της ἐμπειρία τήν πληρότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας οἰκονομίας»[10].

Τά γεγονότα πρίν τή σύγκληση

Μέ τή σύγκληση καί τίς ἀποφάσεις τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ Ἐκκλησία εἰρήνευσε μόνο προσωρινά. Ὁ Νεστόριος καί τά ἔργα του καταδικάστηκαν καί μέ αὐτοκρατορικό διάταγμα τό 435, καί ἐπιβλήθηκε περιορισμός τῆς κατοχῆς καί διάδοσης τῶν ἔργων του. Τό συμφωνηθέν κείμενο τῶν “Διαλλαγῶν” ἑρμηνευόταν ἑκατέρωθεν ὑπό τό πρῖσμα τῶν θεολογικῶν προϋποθέσεων κάθε μιᾶς πλευρᾶς. Στό βάθος, βέβαια, οὔτε τούς ἀλεξανδρινούς οὔτε τούς ἀντιοχειανούς ἱκανοποιοῦσε. Οἱ μέν Ἀλεξανδρινοί θεωροῦσαν τό θεολογικό αὐτό κείμενο ὡς νεστοριανίζον, οἱ δέ Ἀντιοχειανοί ὡς μονοφυσιτίζον[11]. Ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἀπό τή μιά πλευρά προσπαθοῦσε νά ὑποστηρίξει τό κείμενο-συμφωνία μέ ἐπιστολές πρός τούς ἐπισκόπους του, οἱ ὁποῖοι ἀντιτάσσονταν σέ αὐτή, καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὁ Ἰωάννης Ἀντιοχείας ἀντιμετωπίζοντας ἐκείνους πού ἐναντιώνονταν σέ αὐτή, προκάλεσε τήν ἐξορία 40 ἀπειθῶν ἐπισκόπων του[12].

Μέσα σέ αὐτό τό κλῖμα, ἐμφανίσθηκαν στούς ἀντιοχειανούς καί πάλι ἔργα τοῦ Θεοδώρου Μουψουεστίας[13] καί τοῦ Διοδώρου Ταρσοῦ[14], γιά νά καλύψουν τό κενό πού δημιούργησε ἡ ἀπαγόρευση τῶν ἔργων τοῦ Νεστορίου. Τό γεγονός αὐτό προκάλεσε τίς ἀντιδράσεις τόσο τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας πρός τόν Ἰωάννη Ἀντιοχείας ὅσο καί ἄλλων ἐπισκόπων πού προσπάθησαν νά ἀντιταχθοῦν στή διάδοση τῶν ἔργων αὐτῶν. Στή νέα αὐτή κατάσταση ἐνεπλάκη καί ὁ Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλος[15], ὁ ὁποῖος μέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἰωάννη «ἀξίωνε τόσο τήν ὑπογραφή τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολικῆς διοικήσεως στή δογματική ἐπιστολή του, ὅσο καί τόν ἀναθεματισμό συγκεκριμένων “κεφαλαίων” ἀπό τά ἔργα τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας»[16]. Ὁ Ἰωάννης θεώρησε ὅτι μιά τέτοια κίνηση θά ὁδηγοῦσε στήν ἀναθέρμανση τῶν συγκρούσεων καί γι΄ αὐτό δέν προχώρησε στήν ὑλοποίηση τῆς πρότασης. Τελικά, ὁ Κύριλλος ἀνέλαβε τό θεολογικό βάρος τῆς ἀναίρεσης τῶν κακοδοξιῶν τῶν δυό “πατέρων” τοῦ Νεστορίου. Ὁ δέ αὐτοκράτορας καί τό Παλάτιο δέν παρενέβησαν στή διένεξη.

Ἡ κατάσταση εἶχε ἐκτραχυνθεῖ μέ τούς ἀντιοχειανούς χρησιμοποιοῦντες τά ἔργα τῶν Θεοδώρου Μουψουεστίας καί Διοδώρου Ταρσοῦ νά ἀπορρίπτουν ἀφενός τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, τή θεολογία τοῦ Κυρίλλου καί νά ἑρμηνεύουν μέ νεστοριανικό τρόπο τόν ὅρο τῶν Διαλλαγῶν καί ἀφετέρου νά προβαίνουν μέ θρησκευτικό φανατισμό σέ διώξεις καί πράξεις ἐχθρότητας ἔναντι τῶν ἀντιφρονούντων[17]. Θά λέγαμε ὅτι ἦταν εὐτυχής συγκυρία νά ὑπάρχουν στούς τρεῖς ἐπιφανεῖς θρόνους οἱ μεγάλες προσωπικότητες τῶν Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως, Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Ἰωάννου Ἀντιοχείας, πού ἐν τέλει χειρίστηκαν τήν κατάσταση μέ σύνεση, μετριοπάθεια καί ἀνοχή καί δέν ὄξυναν τά πράγματα στά ἄκρα.

Ὅμως, ὁ θάνατος καί τῶν τριῶν μέσα σέ τέσσερα χρόνια (ὁ Ἰωάννης τό 442, ὁ Κύριλλος τό 444 καί ὁ Πρόκλος τό 446) καί ἡ πλήρωση τῶν θρόνων μέ πρόσωπα [Κωνσταντινουπόλεως Φαβλιανός (446-449), Ἀλεξανδρείας Διόσκορος (444-451), Ἀντιοχείας Δόμνος (443-450)] διαφορετικῆς σκέψης καί ἀντίληψης γιά τήν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας ἐπανέφεραν τό πρόβλημα τῆς διάστασης μεταξύ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς Ἀλεξανδρινῆς καί Ἀντιοχειανῆς Σχολῆς.

Νέος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας ἀναδεικνύεται ὁ Διόσκορος, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε συνοδεύσει στήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τόν Κύριλλο ὡς Ἀρχιδιάκονός του. Ἀπό πιστός καί ἔμπιστός του μεταστρέφεται, καθώς δέν συμμερίζεται τή μετριοπάθεια τοῦ εὐεργέτη του. Προχωρᾶ στήν ἐκδίωξη τῆς οἰκογενείας τοῦ Κυρίλλου καί τῶν συνεργατῶν του καί παράλληλα δημεύει τή μεγάλη περιουσία του. Προσπαθεῖ νά βρεῖ ἐρείσματα στόν κλῆρο, στούς μοναχούς, στό λαό τόσο τῆς δικαιοδοσίας του ὅσο καί στούς μοναχούς τῆς Κωνσταντινούπολης πού ἀνησυχοῦσαν γιά τήν ἀμφισβήτηση τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῆς θεολογίας τοῦ Κυρίλλου καί ἔρχεται σέ ρήξη μέ τούς ἀντιοχειανούς. Πίσω ἀπό αὐτή τή ρήξη ἀλεξανδρινῆς καί ἀντιοχειανῆς θεολογίας ὑποκρύπτονται οἱ φιλοδοξίες του καί ἡ προσπάθειά του γιά ἐπιβολή τῆς πρωτοκαθεδρίας τοῦ θρόνου τῆς Ἀλεξάνδρειας στήν Ἀνατολή[18].

Σύμμαχος στήν ἀντιπαράθεση μέ τόν Θεοδώρητο Κύρου καί τούς ἀντιοχειανούς στάθηκε ὁ φίλος τοῦ Διοσκόρου ζηλωτής ἀρχιμανδρίτης Εὐτύχιος, ὁ ὁποῖος ἡγοῦνταν τῶν μοναχῶν τῆς Κωνσταντινούπολης. Δέν χαρακτηριζόταν γιά τή θεολογική του κατάρτιση καί δέν κατανοοῦσε πλήρως τή θεολογία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ὡστόσο διακρίνονταν γιά τή μεγάλη του ἐπιρροή στούς μοναχούς καί στό λαό τῆς βασιλεύουσας, λόγῳ κυρίως τοῦ ὑπέρμετρου ἀσκητικοῦ του βίου. Δέν εἶναι ἄγνωστη καί ἡ ἐπιθυμία του νά ἀνέλθει στό θρόνο τῆς πρωτεύουσας[19]. Ἐπίσης, διέθετε ἰσχυρή πολιτική ὑποστήριξη ἀπό τόν ἀναδεκτό του εὐνοῦχο καί Πρωθυπουργό Χρυσάφιο, ὁ ὁποῖος ἐπηρέαζε καταλυτικά τόν ἄβουλο καί εὔπιστο αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τό Β΄. Δέν ἄφησε γραπτά κείμενα ἀλλά ἀνέπτυξε τή διδασκαλία του σέ ὁμιλίες. Ἀντίπαλος τοῦ Νεστορίου, θεωροῦσε αἱρετικούς ὅσους δέχονταν δυό φύσεις στό Χριστό[20]. Οὐσιαστικά διέστρεφε τή θεολογία τοῦ Κυρίλλου πού διακήρυσσε «τήν ὁμοουσιότητα τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ πρός τήν ἀνθρώπινη φύση καί μετά τήν ἕνωση…» καί ὑποστήριζε ἐσφαλμένα «ἤ ὅτι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ προϋπῆρχε τῆς ἐνανθρωπήσεως καί κατῆλθε ἀπό τόν οὐρανό, ἤ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος δημιούργησε στήν κοιλιά τῆς Θεοτόκου τήν ἀπαρχή τῆς θεωμένης ἀνθρωπότητας… καί στίς δύο ὅμως περιπτώσεις ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ὁμοούσια πρός τήν ἀνθρώπινη φύση ἤ ἀφομοιώθηκε στή θεία φύση τοῦ Λόγου»[21]. Δέχονταν «τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων ὡς κράση καί σύγκραση στήν ὁποία ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπορροφήθηκε ἐντελῶς ἀπό τή θεία»[22]. Μέ τόν τρόπο αὐτό βέβαια σχετικοποιοῦνταν ὁ ρόλος τῆς Θεοτόκου στήν ἐνανθρώπηση ἀλλά καί τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας.

Οἱ θέσεις αὐτές τοῦ Εὐτυχῆ δέν ἔμειναν ἀναπάντητες ἀπό τούς ἀντιοχειανούς καί τόν Θεοδώρητο Κύρου, πού μέ τό ἔργο του “Ἐρανιστής”, τό πρῶτο οὐσιαστικά ἀντιμονοφυσιτικό[23], στράφηκε ἐναντίον αὐτῶν τῶν κακοδοξιῶν. Ἀντιδράσεις παρουσιάστηκαν καί στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐν τέλει ὁ Εὐτύχιος κλήθηκε νά παρουσιαστεῖ σέ σύνοδο τό 448, γιά νά ἀπολογηθεῖ γιά τίς διατυπωθεῖσες πρός αὐτόν κατηγορίες. Ἄν καί ἔδειξε μετριοπάθεια στή Σύνοδο, δέ δέχτηκε νά ἀναθεματίσει τίς ἰδέες γιά τίς ὁποῖες τόν κατηγοροῦσαν, μέ ἀποτέλεσμα ἡ σύνοδος νά τόν καταδικάσει σέ καθαίρεση ἀπό τήν ἱερωσύνη, ἀφορισμό καί ἔκπτωση ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ ἡγουμένου.

Μετά τήν καταδίκη του ὁ Εὐτυχής μή δεχόμενος τίς ἀποφάσεις ἔστειλε ἐπιστολές πρός τούς θρόνους τῆς Ῥώμης, τῆς Ἀλεξάνδρειας, τῶν Ἱεροσολύμων καί σέ ἄλλους ἐπισκόπους μιλώντας περί δῆθεν αὐθαιρεσίες τῆς συνόδου πρός τό πρόσωπό του καί ἐκθέτοντας τή διδασκαλία του[24]. Ὁ Ῥώμης Λέων, ἀφοῦ μελέτησε τά πρακτικά τῆς συνόδου, ἀπάντησε μέ τήν περίφημη δογματική ἐπιστολή του –Τόμος Λέοντος- μέ τήν ὁποία ἀπέρριπτε τίς αἱρετικές θέσεις τοῦ Εὐτυχῆ, θεωροῦσε ὡς ἐπαρκές γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη τό Σύμβολο τῆς Νικαίας καί διατύπωνε τήν ὀρθή πίστη καί διδασκαλία. Γράφει ὁ Τόμος ὅτι «μέ τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Λόγου διασώζονται πλήρως τά ἰδιώματα τῶν δύο φύσεων καί οὐσιῶν καί ἑνώνονται σέ ἕνα καί μοναδικό πρόσωπο… ὁ ἀληθινός Θεός γεννήθηκε μέ τήν πλήρη καί τελεία φύση ἑνός ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, τέλειος στή δική του φύση καί τέλειος στή δική μας… κάθε μιά ἀπό τίς δύο φύσεις ἐνεργεῖ τά ἰδικά της σέ κοινωνία μέ τήν ἄλλη, ἀφοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ οὔτε ἡ ἀνθρωπότητα χωρίς ἀληθινή θεότητα ὑπάρχει, οὔτε θεότητα χωρίς ἀληθινή ἀνθρωπότητα ἄλλωστε εἶναι ἐξ ἴσου ἀσεβές νά λέγεται ὅτι ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶχε δύο φύσεις πρό τῆς ἑνώσεως, ὅσο καί νά ὑποστηρίζεται ὅτι μετά τή σάρκωση τοῦ Λόγου εἶχε μία μόνο φύση»[25].

Τά ἐρείσματα πού δέν μπόρεσε νά βρεῖ στήν Ἐκκλησία ὁ Εὐτυχής, τά βρῆκε μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ Χρυσαφίου στόν Αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἀφενός διέταξε ἔλεγχο τῶν πρακτικῶν καί τῆς διαδικασίας τῆς συνόδου τοῦ 448 καί ἀφετέρου συγκάλεσε μιά μεγάλη σύνοδο στήν Ἔφεσο τό 449 γιά ἀναθεώρηση τῆς ὑπόθεσης τοῦ Εὐτυχῆ. Πράγματι, συνῆλθε αὐτή ἡ σύνοδος ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἀλεξανδρείας Διόσκουρου, ὁ ὁποῖος ἦταν καί ὁ ἰθύνων νοῦς αὐτῆς. Ἡ σύγκληση, ἡ προεδρία, οἱ διαδικασίες καί τό καθεστώς τρομοκρατίας σέ αὐτή καταδείκνυαν τό οὐσιαστικά προαποφασισμένο ἔργο πού θά ἐπιτελοῦσε, τήν ἀποκατάσταση τοῦ Εὐτυχῆ. Ἡ σύνοδος αὐτή πού ἔμεινε στήν ἱστορία ὡς “Ληστρική” δέχθηκε τούς “Δώδεκα ἀναθεματισμούς” τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας ὡς ὀρθόδοξη διδασκαλία καί προχώρησε στήν καθαίρεση τῶν πολεμίων τοῦ μονοφυσιτισμοῦ: τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανοῦ καί ἄλλων, ὅπως τοῦ Ἀντιοχείας Δόμνου καί τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου.

Ἡ σύνοδος αὐτή, ὅπως μπορεῖ κανείς νά ἀντιληφθεῖ, δημιούργησε μεγάλο ἀναβρασμό καί ἀντιδράσεις στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ῥώμης Λέων ἔγραψε ἐπιστολή στόν αὐτοκράτορα μέ τήν ὁποία ἐξέφρασε σφοδρές διαμαρτυρίες γιά τή σύνοδο, τήν ὁποία χαρακτήρισε ληστρική καί ὕβριν τῆς πίστεως καί κόλαφον καθ΄ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας καί ζητοῦσε τή σύγκληση νέας συνόδου[26].

Ἡ κατάσταση ἄρχισε νά ἀλλάζει στίς 28 Ἰουλίου τοῦ 450 μέ ἕνα τυχαῖο γεγονός: τό θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Β΄ πού σκοτώθηκε σέ κυνήγι πέφτοντας ἀπό τό ἄλογό του. Μήν ἔχοντας ἀπογόνους, τήν ἐξουσία ἔλαβε ἡ δυναμική ἄγαμη ἀδελφή του Πουλχερία, ἡ ὁποία εἶχε τόν τίτλο τῆς Αὐγούστας. Ἀφοῦ παντρεύτηκε τόν ἡλικιωμένο, εὐσεβῆ καί ἱκανό στρατηγό Μαρκιανό θέλησε νά ἀποκαταστήσει τήν ὀρθοδοξία, τήν τάξη καί τήν εἰρήνη στήν Ἐκκλησία, καθώς δέν συμμεριζόταν καθόλου τίς ἐνέργειες τοῦ θανόντος ἀδελφοῦ της καί δέν ἀναγνώριζε τίς ἀποφάσεις τῆς Ληστρικῆς συνόδου. Προχώρησε σέ μιά σειρά ἐνεργειῶν· εἰδικότερα, διέταξε τήν ἐκτέλεση τοῦ εὐνούχου Χρυσαφίου[27] καί συγκάλεσε ἐνδημοῦσα σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία ἀναθεμάτισε τόν Διόσκορο καί τόν Εὐτυχῆ· τό ἀντίστοιχο εἶχε πράξει καί ὁ Ῥώμης Λέων[28]. Ἀκόμη, ἐπανέφερε τά λείψανα στήν Κωνσταντινούπολη τοῦ θανόντος Φλαβιανοῦ πού εἶχε πεθάνει στήν ἐξορία.

Ἡ σύγκληση καί οἱ ἐργασίες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Ὅμως, διαφαινόταν ἀπαραίτητη ἡ σύγκληση μιᾶς νέας μεγάλης συνόδου, καθώς μέ τίς διάφορες διενέξεις καί παρερμηνεῖες εἶχε πληγεῖ ἡ θεολογία τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ὅρος τῶν Διαλλαγῶν καί ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Ἡ νέα αὐτή σύνοδος θά ἔπρεπε νά προχωρήσει σέ ἄρση τῶν αἰτιῶν τῶν θεολογικῶν διαφωνιῶν καί παράλληλα νά ὀρθοτομήσει τόν λόγο τῆς ἀληθείας διατυπώνοντας τήν ἐπίσημη διδασκαλία. Πρός τοῦτο οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντινιανός ὁ Γ΄ καί Μαρκιανός ἀπέστειλαν προσκλητήριο γράμμα, “σάκρα”, στίς 16 Ἰουνίου τοῦ 451, μέ τό ὁποῖο συγκαλοῦσαν σύνοδο στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας «ἐφ΄ ὧτε, συμβαινόντων τῶν λογισμῶν καί πάσης τῆς ἀληθείας ἐρευνηθείσης, ἄνευ σπουδῆς, ἤ πρώην τινές χρησάμενοι, τήν ἁγίαν καί ὀρθόδοξον θρησκείαν διετάραξαν, τήν ἀληθῆ πίστιν ἡμῶν σαφέστερον ἐπιγνωσθῆναι, ὥστε τοῦ λοιποῦ μηδεμίαν δύνασθαι εἶναι ἀμφιβολίαν ἤτοι διχόνοιαν»[29]. Ὁρίστηκε ἔναρξη ἐργασιῶν τήν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ 451, ὅμως ὁ αὐτοκράτορας γιά πολλούς λόγους παρακάλεσε τούς πατέρες νά μετακινηθοῦν στή Χαλκηδόνα, ἡ ὁποία βρίσκονταν ἐγγύτερα στήν πρωτεύουσα.

Οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου ἄρχισαν στίς 8 Ὀκτωβρίου τοῦ 451, στό ναό τῆς Ἁγίας Εὐφημίας. Ἀρχικά οἱ πατέρες ἦταν 520, ἐνῷ ἀργότερα ὑπερέβησαν τούς 600. Εἶναι ἡ πολυπληθέστερη Οἰκουμενική Σύνοδος μέ περί τά 630 μέλη[30]. Βέβαια, δέν παρέμειναν ὅλοι ὡς τό τέλος, οὔτε καί ὑπέγραψαν ὅλοι τα πρακτικά. Ὁ αὐτοκράτορας Μαρκιανός ἔστειλε ἀντιπροσωπεία πού ἀποτελοῦνταν ἀπό 12 συγκλητικούς καί 6 ἀνώτερους ὑπαλλήλους χάριν “εὐκοσμίας” καί “τάξεως”[31] καί ὁ ἴδιος μαζί μέ τήν Πουλχερία παρέστησαν μέ μεγάλη ἐπισημότητα στήν ἕκτη συνεδρία[32]. Ἡ προεδρία τῆς συνόδου ἀσκήθηκε ἀπό τόν παπικό ἐκπρόσωπο Πασχασίνο καί κυρίως ἀπό τόν ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιο. Περί τόν ἀριθμό τῶν συνεδριῶν πού ἔλαβαν χώρα, ὑπάρχει διαφωνία στίς πηγές[33].

Στίς πρῶτες συνεδρίες ἡ σύνοδος λειτούργησε οὐσιαστικά ὡς ἀνώτερο δικαστήριο μέ κύριους κατηγορούμενους τό Διόσκορο καί τούς λοιπούς πρωτεργάτες τῆς Ληστρικῆς Συνόδου. Μάλιστα ὁ Διόσκορος, στήν πρώτη συνεδρία, μετακινήθηκε ἀπό τίς θέσεις τῶν πατέρων στό μέσο τοῦ κεντρικοῦ κλίτους, διότι παρίστατο στή σύνοδο ὡς κατηγορούμενος καί ὄχι ὡς κριτής[34]. Ἀντιθέτως, ὁ Θεοδώρητος Κύρου ἔλαβε τήν κανονική του θέση ἀνάμεσα στούς πατέρες, ἀφοῦ κατά πρώτον ἀποκήρυξε τό Νεστόριο καί τόν Εὐτυχῆ λέγοντας: «ἐγώ διά τήν τοῦ Θεοῦ χάριν καί παρ΄ ὀρθοδόξοις ἐτράφην καί ὀρθοδόξως ἐδιδάχθην καί ὀρθοδόξως ἐκήρυξα, καί οὐ μόνον Νεστόριο καί Εὐτυχῆ, ἀλλά καί πάντα ἄνθρωπον μή φρονοῦντα ὀρθῶς ἀποστρέφομαι καί ἀλλότριον ἡγοῦμαι» καί κατά δεύτερον ἀφοῦ κατ’ ἀπαίτηση τῆς συνόδου ἀναθεμάτισε τό Νεστόριο: «ἀνάθεμα Νεστορίῳ καί τῷ μή λέγοντι Θεοτόκον τήν ἁγίαν παρθένον Μαρίαν καί τῷ εἰς δύο υἱούς μερίζοντι τόν ἕνα υἱόν τόν μονογενῆ. Ἐγώ δέ καί τῷ ὅρῳ τῆς πίστεως ὑπέγραψα καί τῇ ἐπιστολῇ τοῦ ὁσιωτάτου ἀρχιεπισκόπου Λέοντος καί οὕτω φρονῶ. Καί μετά ταῦτα πάντα σώζεσθε»[35].

Στή σύνοδο διαβάστηκαν τά πρακτικά τῆς Ληστρικῆς συνόδου τοῦ 449 καί τά σχετικά μέ αὐτήν αὐτοκρατορικά ἔγγραφα καί ἀποδόθηκαν κατηγορίες στό πρόσωπο τοῦ Διοσκόρου γιά τό ρόλο του στή σύνοδο αὐτή, γιά τίς ὁποῖες ὁ Διόσκορος προσπάθησε νά ἀπολογηθεῖ. Ἀναγνώσθηκε ἡ ἐπιστολή τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας πρός τόν Ἰωάννη Ἀντιοχείας, πρός τήν ὁποία ἡ σύνοδος διακήρυξε τή συμφωνία της ἐπιδοκιμάζοντας τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία της καί ἀποδοκιμάζοντας τήν παραχάραξή της ἀπό τόν Εὐτυχῆ καί τόν Εὐστάθιο Βηρυτοῦ. Ἐπίσης, ἀποκαταστάθηκε τό πρόσωπο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανοῦ[36]. Ἀναγνώσθηκαν καί ἐπικυρώθηκαν καί τά πρακτικά τῆς Συνόδου τοῦ 448 καί ἔτσι ἐπικυρώθηκε καί ἡ καταδίκη τοῦ Εὐτυχῆ, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι πού εἶχαν ἐξοριστεῖ ἀνακλήθηκαν[37]. Διαβάστηκε ἡ ἐπιστολή τοῦ πάπα Λέοντος[38] πρός τόν Φλαβιανό, ἡ ὁποία ἐπευφημήθηκε ἀπό τούς πατέρες πού ἀναφώνησαν: «αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων. Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων. Πάντες οὕτω πιστεύομεν. Οἱ ὀρθόδοξοι οὕτω πιστεύομεν. Ἀνάθεμα τῷ μὴ οὕτω πιστεύοντι. Πέτρος διὰ Λέοντος ταῦτα ἐξεφώνησεν. Οἱ ἀπόστολοι οὕτως ἐδίδαξαν. Εὐσεβῶς καὶ ἀληθινῶς Λέων ἐδίδαξεν. Κύριλλος οὕτως ἐδίδαξεν. Κυρίλλου αἰωνία μνήμη. Λέων καὶ Κύριλλος ὁμοίως ἐδίδαξαν. Ἀνάθεμα τῷ μὴ πιστεύοντι. Αὕτη ἡ ἀληθὴς πίστις. Οἱ ὀρθόδοξοι οὕτω φρονοῦμεν. Αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων. Ταῦτα ἐν Ἐφέσῳ διά τι οὐκ ἀνεγνώσθη; Ταῦτα Διόσκορος ἔκρυψεν»[39].

Ἀκόμα, ἀναγνώσθηκε τό σύμβολο τῆς Νικαίας καί τῆς Δευτέρας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθώς καί δύο ἐπιστολές τοῦ Κυρίλλου πρός τό Νεστόριο[40]. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἐξέλιξη τῆς συνόδου, ὁ Διόσκορος, ὁ ὁποῖος δέν μετακινοῦνταν τῶν θέσεών του, ἀφοῦ ὁμολογοῦσε ἐπίμονα δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ πρίν ἀπό τήν ἕνωση καί μία μετά τήν ἕνωση ἀλλά “σεσαρκωμένην”[41], ἄρχισε νά χάνει πολλούς ἀπό τούς ὑποστηρικτές καί συνεργάτες του, οἱ ὁποῖοι συντάσσονταν μέ τήν ἀλήθεια. Ἡ δέ καταδίκη τῆς Ληστρικῆς συνόδου καί ἡ δικαίωση τοῦ Φλαβιανοῦ ὁδήγησε τούς αὐτοκρατορικούς ἀντιπροσώπους στήν εἰσήγηση πρός τή σύνοδο νά ἐφαρμοσθεῖ ἡ ἀρχή τῆς “ταυτοπαθείας”, δηλαδή νά ἐπιβληθεῖ στούς ἀδίκως κατηγορήσαντες ἡ ποινή πού ἐκεῖνοι ἐπέβαλαν στόν καταδικασθέντα Φλαβιανό, στήν περίπτωσή μας ἡ ποινή τῆς καθαίρεσης[42]. Στήν προοπτική αὐτή οἱ πρωτοστάτες τῆς Ληστρικῆς Συνόδου μέ πρῶτο τό Διόσκορο ἀλλά καί ἄλλοι ἀντιφρονοῦντες ἐπίσκοποι ἀποχώρησαν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου.

Στήν τρίτη συνεδρία ἀναπτύχθηκε τό κατηγορητήριο ἐναντίον τοῦ Διοσκόρου, ὁ ὁποῖος ἀπεῖχε τῶν ἐργασιῶν πάρα τήν τριπλῆ κλήτευσή του γιά νά παραστεῖ. Ἡ σύνοδος προχώρησε τελικά στήν καθαίρεσή του μόνο γιά τήν κατηγορία τῆς μή ὑπακοῆς του στήν πρόσκληση τῆς συνόδου προκειμένου νά παραστεῖ σέ αὐτή: «Γίνωσκε σεαυτόν διά τήν κατά τῶν θείων κανόνων ὑπεροψίαν καί διά τήν ἀπείθειάν σου τήν περί τήν ἁγίαν ταύτην καί οἰκουμενικήν σύνοδον, ὑπέρ ὧν πρός τοῖς ἄλλοις σου πλημμελήμασιν οἷς ἑάλως, καί τρίτον κληθείς παρά τῆς ἁγίας ταύτης καί μεγάλης συνόδου κατά τούς θείους κανόνας ἐπί τῷ ἀποκρίνασθαι τοῖς ἐπαγομένοις σοί οὐ ἀπήντησας, Ὀκτωβρίου μηνός τοῦ ἐνεστῶτος τρισκαιδεκάτη παρά τῆς ἁγίας καί οἰκουμενικῆς συνόδου καθαιρεῖσθαι τῆς ἐπισκοπῆς καί παντός ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ ὑπάρχειν ἀλλότριον»[43]. Τό γεγονός αὐτό δέ σημαίνει ὅτι δέν εἶχε αἱρετικές θέσεις, πράγμα πού διαφαίνεται παραπάνω ἤ ὅτι στίς συνεδρίες τῆς συνόδου δέν ἀποδοκιμάστηκε τό πρόσωπο καί τό ἔργο του ὡς αἱρετικό[44].

Ἡ ἁγία σύνοδος στήν ἑπόμενη συνεδρίασή της συζήτησε τό θέμα τῆς διατύπωσης ἤ μή νέου δογματικοῦ Ὅρου. Ὑποστηρίχθηκε ἡ ἄποψη ὅτι δέν ἀπαιτοῦνταν νέος Ὅρος μετά τήν ἐπικύρωση μάλιστα τοῦ Τόμου τοῦ Λέοντος, ἀλλά ὑπῆρχαν καί ἄλλες φωνές πού ἐπιζητοῦσαν ἕνα πιό ξεκάθαρο δογματικό κείμενο πού δέν θά ἄφηνε λαβή γιά παρερμηνεῖες. Μάλιστα, παρουσιάστηκε ἕνα πρῶτο κείμενο ἐργασίας. Ἡ συζήτηση συνεχίστηκε στήν ἑπόμενη, Πέμπτη, συνεδρία μέ τίς διεργασίες νά κορυφώνονται γιά ἕναν νέο δογματικό ὅρο. Πράγματι, ἡ προσπάθεια αὐτή ἀπέδωσε καρπούς. Σέ αὐτήν τή συνεδρία καταδικάστηκε ὁ Μονοφυσιτισμός τοῦ Εὐτυχῆ, ὁ Δυοφυσιτισμός τοῦ Νεστορίου καί συντάχθηκε ἕνας Ὅρος στόν ὁποῖο ἀναφέρονται τά σύμβολα Νικαίας καί Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ἐπιστολές τοῦ Κυρίλλου πρός τό Νεστόριο, ἡ ἐπιστολή τοῦ Λέοντος καί ἡ ἐπίλυση τοῦ μονοφυσιτικοῦ ζητήματος μέ τή διατύπωση: «Ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις πατράσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὁμολογεῖν υἱὸν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν συμφώνως ἅπαντες ἐκδιδάσκομεν, τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν θεότητι καὶ τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν ἀνθρωπότητι, θεὸν ἀληθῶς καὶ ἄνθρωπον ἀληθῶς τὸν αὐτὸν ἐκ ψυχῆς λογικῆς καὶ σώματος, ὁμοούσιον τῷ πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα, καὶ ὁμοούσιον τὸν αὐτὸν ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, κατὰ πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρὶς ἁμαρτίας· πρὸ αἰώνων μὲν ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθέντα κατὰ τὴν θεότητα, ἐπ᾿ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τὸν αὐτὸν δι᾿ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ Μαρίας τῆς παρθένου τῆς θεοτόκου κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Χριστόν, υἱόν, Κύριον, μονογενῆ, ἐν δύο φύσεσιν [λατινική μετάφραση, στό ἑλληνικό πρωτότυπο: ἐκ δύο φύσεων] ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον, οὐδαμοῦ τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνῃρημένης διὰ τὴν ἕνωσιν, σῳζομένης δὲ μᾶλλον τῆς ἰδιότητος ἑκατέρας φύσεως καὶ εἰς ἓν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν συντρεχούσης, οὐκ εἰς δύο πρόσωπα μεριζόμενον ἢ διαιρούμενον, ἀλλ᾿ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν υἱὸν καὶ μονογενῆ, θεὸν Λόγον, Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καθάπερ ἄνωθεν οἱ προφῆται περὶ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐξεπαίδευσε καὶ τὸ τῶν πατέρων ἡμῖν παραδέδωκε σύμβολον»[45].

Γιά τή γένεση καί τίς πηγές τοῦ Ὅρου τῆς Χαλκηδόνας ἔχει ἀνατραπεῖ ἡ παλαιά γνώμη περί προελεύσεώς του ἀπό τόν Τόμο τοῦ Λέοντα Ῥώμης[46]. Μέ τό θέμα ἔχει ἀσχοληθεῖ ἐκτενῶς ὁ καθηγητής Γεώργιος Μαρτζέλος[47], ὁ ὁποῖος σημειώνει ὅτι: «ἡ σύνοδος διατύπωσε ἕναν Ὅρο Πίστεως, ὁ ὁποῖος κατά τό δογματικό του περιεχόμενο δέν εἶναι ἁπλῶς σύμφωνος μέ τή Χριστολογία τοῦ Κυρίλλου, ἀλλά ἔχει ἐμφανῶς καί ἐξολοκλήρου κυρίλλειο χαρακτῆρα»[48] καί ἐπίσης ὅτι «ἡ συνοδική Χριστολογία τοῦ Βασιλείου Σελευκείας λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ κυρίλλειου χαρακτῆρα τῆς ἐπέπρωτο νά παίξει σημαντικότατο ρόλο τόσο στή διαμόρφωση τοῦ Ὅρου τῆς Χαλκηδόνας ὅσο καί στή διαμόρφωση τῶν Ὅρων τῆς Ε΄καί Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου»[49].

Στήν ἕκτη καί πανηγυρική συνεδρία παρέστη τό αὐτοκρατορικό ζεῦγος, ὁ Μαρκιανός μέ τήν Πουλχερία, καί ἐκεῖ ὑπεγράφη ὁ Ὅρος[50] ἀπό ὅλα τά μέλη τῆς συνόδου, τόν ὁποῖο συνυπέγραψαν καί οἱ αὐτοκράτορες.

Ἀκολούθησαν καί ἄλλες δέκα συνεδρίες, γιά νά ἐπιλυθοῦν θέματα, ὅπως ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου καί τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης, καί γιά νά διατυπωθοῦν κανόνες.

Ὁ καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος θά γράψει ὅτι: «ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (451) ἀποτελεῖ μέγα θεολογικοδογματικό γεγονός τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἔθεσε τό στέρεο καί ἀπαραβίαστο πλέον θεμέλιο τῆς Χριστολογίας. Πρόκειται γιά ἐπίτευγμα, τό ὁποῖο προετοίμαζαν ἀγωνιωδῶς μείζονες καί ἐλάσσονες θεολόγοι Πατέρες τουλάχιστον ἐπί ἕνα αἰῶνα»[51].

Τό κανονικό ἔργο τῆς Συνόδου

Ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος συνέταξε 30 κανόνες[52] ἀνταποκρινόμενη στίς ἀνάγκες καί στά προβλήματα πού εἶχαν ἀνακύψει. Ἐπιγραμματικά θά ἀναφερθοῦμε μέ τίτλους:

  1. Περί διαφύλαξης τῶν συνοδικῶν κανόνων.
  2. Περί σιμωνίας.
  3. Περί κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μέ ὑποθέσεις ξένες πρός τήν κλήση τους.
  4. Περί μή σύστασης μοναστηριοῦ ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ ἐπισκόπου.
  5. Περί μετακίνησης κληρικῶν ἀπό μία Ἐκκλησία σέ ἄλλη.
  6. Περί ἀπολελυμένης χειροτονίας.
  7. Περί μή στράτευσης κληρικῶν ἤ μοναχῶν.
  8. Περί τῶν κληρικῶν τῶν πτωχοκομείων, μαρτυρίων καί μοναστηριῶν, οἱ ὁποῖοι θά πρέπει νά ὑποτάσσονται στόν ἐπίσκοπο.
  9. Περί μή προσφυγῆς κληρικῶν σέ κοσμικά δικαστήρια ἀλλά προσφυγή στά ἐκκλησιαστικά.
  10. Περί κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουν τήν Ἐκκλησία τους.
  11. Περί εἰρηνικῶν γραμμάτων.
  12. Περί μή κατάτμησης ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας μέ βασιλικά γράμματα.
  13. Περί ἀδυναμίας ἱερουργίας ξένων κληρικῶν ἄνευ συστατικῶν γραμμάτων.
  14. Περί μή σύναψης γάμου μέ αἱρετικούς.
  15. Περί διακονισσῶν.
  16. Περί ἀδυναμίας γάμου τῶν παρθένων (ἀφιερωμένων).
  17. Περί μή ἀλλαγῆς τῶν ὁρίων ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας, τά ὁποῖα εἶναι σέ ἰσχύ γιά 30 χρόνια.
  18. Περί μή συμμετοχῆς κληρικῶν σέ συνωμοσίες.
  19. Περί ἐπαρχιακῶν συνόδων καί σύγκλησης αὐτῶν.
  20. Περί μή μετακίνησης κληρικῶν σέ ἄλλη Ἐκκλησία.
  21. Περί ἐξέτασης κατηγορούντων ἐπισκόπους ἤ κληρικούς.
  22. Περί μή ἁρπαγῆς τῶν πραγμάτων θνησκόντων ἐπισκόπων.
  23. Περί ἀπομάκρυνσης τῶν κληρικῶν καί μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι διασαλεύουν τήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης.
  24. Περί μή μετάλλαξης μοναστηριῶν σέ κοσμικά καταστήματα.
  25. Περί πλήρωσης κενῶν ἐπισκοπικῶν θρόνων σέ διάστημα 3 μηνῶν.
  26. Περί διαχείρισης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀπό οἰκονόμους.
  27. Περί ἐξαναγκασμοῦ σέ γάμο.
  28. Περί τῶν πρεσβείων τιμῆς τοῦ Κων/λεως.
  29. Περί μή ὑποβιβασμοῦ ἐπισκόπων σέ πρεσβυτέρους.
  30. Περί τῶν ἐπισκόπων τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖοι δέν συνυπέγραψαν τήν ἐπιστολή τοῦ Ῥώμης Λεοντίου.

Ἰδιαίτερα γνωστός εἶναι ὁ 28ος κανόνας[53], γιά τόν ὁποῖο δημιούργησαν ζήτημα οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ πάπα Λέοντα ἀλλά καί ὁ ἴδιος ἀργότερα[54]. Μέ τόν κανόνα ἀφενός ἐπαναλαμβάνεται καί ἐπικυρώνεται ὁ 3ος κανόνας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[55], ἀποδίδονται στό θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης τά ἴσα πρεσβεία τιμῆς μετά τόν ἐπίσκοπο τῆς Ῥώμης, “διά τό εἶναι νέαν Ῥώμην”[56] καί ἀφετέρου ἀναγνωρίζεται ἡ δικαιοδοσία τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἐπί τῶν ἐπισκόπων τῆς Ποντικῆς, Ἀσιανῆς καί Θρακικῆς διοικήσεως καί «ἐπί τῶν ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπων αὐτῶν». Συνεπῶς, μέ τόν κανόνα αὐτό δίδεται στήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης δικαιοδοσία «σέ αὐτό πού ἀποτελεῖ ἔδαφος γεωγραφικά κείμενο ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας ὅλων τῶν πατριαρχικῶν καί αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν», ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητής π. Γρηγόριος Παπαθωμᾶς[57].

Ἐπίλογος

Συγκεντρωτικά, ἡ Σύνοδος καταδίκασε τόν Εὐτυχῆ καί τό Διόσκορο, τό Μονοφυσιτισμό καί ἐπικύρωσε τήν καταδίκη τοῦ Νεστοριανισμοῦ. Ἐπικύρωσε τίς προηγούμενες Οἰκουμενικές Συνόδους (κανών 1) καί τόν Ὅρο τῆς Β΄. Ἀκύρωσε τίς ἀποφάσεις τῆς ληστρικῆς Συνόδου τοῦ 449, ἐνῷ ἀντιθέτως ἐπικύρωσε αὐτές τοῦ 448. Ἐξέδωσε δογματικό Ὅρο διατυπώνοντας τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία καί δίνοντας τέλος στίς κακοδοξίες πού πλήγωναν τό Χριστολογικό καί Σωτηριολογικό δόγμα. Ξεκαθάρισε τή χρήση τῶν θεολογικῶν ὅρων φύσις, ὑπόσταση, πρόσωπο καί οὐσία. Ἀποκατέστησε τήν Ὀρθοδοξία καί τούς Ὀρθοδόξους. Ἐξέδωσε κανόνες διαμορφώνοντας τήν τάξη τῶν πατριαρχείων, τή δικαιοδοσία τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινούπολης καί, γενικά, ρύθμισε ζητήματα ἐκκλησιαστικῆς ὀργάνωσης, ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης, ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας, ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης, ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, μοναστικοῦ βίου, χριστιανικοῦ βίου καθώς καί ζητήματα γάμου.

Οἱ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποφάσεις τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔγιναν γενικά ἀποδεκτές καί ἐνισχύθηκαν καί μέ αὐτοκρατορικά διατάγματα. Στή Δύση ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις ἀναφορικά μέ τόν 28ο κανόνα καί στήν Ἀνατολή, ἔπειτα ἀπό πολλές καί βίαιες ἐν πολλοῖς διενέξεις πού τροφοδοτοῦνταν καί ἀπό τίς πολιτικές παρεμβολές, παγίωσαν τό λεγόμενο σχίσμα τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, τό ὁποῖο ὑφίσταται δυστυχῶς ἕως καί σήμερα.

Ὡς κατακλείδα, δέ θά μποροῦσα νά μήν ἀναφερθῶ στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιά τό θαῦμα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας. Τό γεγονός αὐτό διασώζεται στό Συναξάριο καί προβάλλεται τόσο ἀπό τήν ὑμνογραφία ὅσο καί τήν εἰκονογραφία. Ὅπως ἤδη εἴπαμε, ἡ Σύνοδος συνῆλθε στό ναό τῆς Ἁγίας Εὐφημίας στή Χαλκηδόνα, ὅπου σε λάρνακα βρισκόταν τό ἄφθαρτο σῶμα τῆς Ἁγίας. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τά δυό μέρη, οἱ ὀρθόδοξοι καί οἱ μονοφυσίτες, συνέταξαν ἀπό ἕναν τόμο, στόν ὁποῖο ἐξέθεταν τή διδασκαλία τους, καί, ἀφοῦ σφράγισαν τά βιβλία, ἄνοιξαν τή λάρνακα καί τά ἀπέθεσαν στό στῆθος τῆς Ἁγίας. Ὕστερα ἀπό ἡμέρες ἄνοιξαν τή λάρνακα καί βρῆκαν τόν τόμο τῶν Ὀρθοδόξων στήν ἀγκαλιά τῆς μεγαλομάρτυρος, τόν δέ τῶν αἱρετικῶν κάτω ἀπό τά πόδια της· μέ τόν τρόπο αὐτό καταδείχθηκε ἡ ἀληθινή πίστη[58].

Πρωτ. Σέργιος Μαρνέλλος

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Νίκου Α. Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία Β΄, ἔκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 250.

[2] Βλ. περισσότερα ἐν Ἰωάννου Καρμίρη, Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Ι, ἐν Ἀθήναις 1952, σ. 138-141.

[3] Βλ. Ἰωάννου Ε. Ἀναστασίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος πρῶτος, ἔκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, σ. 313.

[4] Βλασίου Ἰω. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 1994, σ. 614.

[5] «Αἱ “Διαλλαγαί” τοῦ 433, ἐπιβληθεῖσαι ἄνωθεν ὑπὸ τῆς πολιτείας», Ἀδαμαντίου Ν. Διαμαντοπούλου, «Ἡ Τέταρτη Οἰκουμενική Σύνοδος ἐν Χαλκηδόνι 451», (Α΄ μέρος) ἐν Θεολογία, τόμος ΙΔ΄ (1936), τεῦχος 3, σ. 216.

[6] Ἰω. Καρμίρη, «Οἰκουμενικαί Σύνοδοι», ἐν ΘΗΕ, τόμος 9ος, Ἀθῆναι 1966, στήλη 691.

[7] Βλ. Δημητρίου Τσάμη, Ἐκκλησιαστική Γραμματολογία, ἔκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 172.

[8] Βλ. κείμενο ἐν Ἰωάννου Καρμίρη, Τά δογματικά…, ὅπ.π., σ. 149.

[9] Ίδιο, σ. 144.

[10] Ίδιο, σ. 619.

[11] Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, «Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος 451, το οικοδόμημα της Χριστολογίας», εν Θεολογία, τόμος ΟΖ΄ (2006), τεύχος 2, σ. 452.

[12] Ιωάννου Ε. Αναστασίου, όπ.π., σ. 315.

[13] Βλ. Δημητρίου Τσάμη, όπ.π., σ. 163.

[14] Βλ. Ίδιο, σ. 162.

[15] Η μεγάλη αυτή μορφή που συνέβαλε στην ειρήνευση της Ανατολής και επανέφερε τα λείψανα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου από τον τόπο εξορίας του, τα Κόμανα, στην Κωνσταντινούπολη.

[16] Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 623.

[17] Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 625.

[18] Βλ. Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 630.

[19] Αδαμαντίου Ν. Διαμαντοπούλου, «Η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος εν Χαλκηδόνι 451», (Β΄ μέρος) εν Θεολογία, τόμος ΙΔ΄ (1936), τεύχος 4, σ. 297.

[20] Ιωάννου Ε. Αναστασίου, όπ.π.,σ. 323.

[21] Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 631.

[22] Ιωάννου Ε. Αναστασίου, όπ.π., σ. 324.

[23] Στυλιανού Παπαδόπουλου, «Θεοδώρητος Κύρου (+-460), προβληματική θεολογική πορεία ευτυχούς τέλους», εν Θεολογία, τόμος ΟΖ’ (2006), τεύχος 1, σ. 143.

[24] Βλ. σχετικά με τις θέσεις αυτές του Ευτυχούς εν Αδαμαντίου Ν. Διαμαντοπούλου, «Η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος εν Χαλκηδόνι 451», (Δ΄ μέρος) εν Θεολογία, τόμος ΙΕ΄ (1937), τεύχος 3, σ. 208-210.

[25] Βλ. Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 634.

[26] Ιωάννου Ε. Αναστασίου, όπ.π., σ. 328.

[27] Σε αυτόν οφείλονταν η απομάκρυνση της Πουλχερίας από τα ανάκτορα βλ. Αδαμαντίου Ν. Διαμαντοπούλου, «Η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος εν Χαλκηδόνι 451», (Δ΄ μέρος) εν Θεολογία, τόμος ΙΕ΄ (1937), τεύχος 3, σ. 212.

[28] Το αντίστοιχο είχε πράξει και ο Διόσκορος για τον Λέοντα Ρώμης.

[29] Αδαμαντίου Ν. Διαμαντοπούλου, «Η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος εν Χαλκηδόνι 451», (Θ΄ μέρος) εν Θεολογία, τόμος ΙΣΤ΄ (1938), τεύχος 4, σ. 317.

[30] Βλ. σχετικά Thomas Pierre Camelot, «Les conciles œcuméniques des IVe et Ve siècles» εν B. BOTTE, H. MAROT, P.-Th. CAMELOT, Y. CONGAR, Ham. ALIVISATOS, G. FRANSEN, P. DE VOOGHT, J. GILL, A. DUPRONT, R. AUBERT, Le Concile et les Conciles, 1960, éd. de Chevetogne et éd. du Cerf, σ. 53.

[31] Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, «Η Δ΄ Οικουμενική…», όπ.π., σ. 453.

[32] Βλ. Ιωάννου Ε. Αναστασίου, όπ.π., σ. 329-331.

[33] Βλ. Αδαμαντίου Ν. Διαμαντοπούλου, «Η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος εν Χαλκηδόνι 451», (Ι΄ μέρος) εν Θεολογία, τόμος ΙΖ΄ (1939), τεύχος 1, σ. 38, υποσημείωση 1 και Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, όπ.π., σ. 454.

[34] Βλ. Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 642.

[35] Ιωάννου Αναστασίου, Ανθολογία πηγών Εκκλησιαστικής Ιστορίας, τόμος Α΄-τεύχος Β’, Θεσσαλονίκη, σ. 241.

[36] Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., σ. 644.

[37] Ιωάννου Ε. Αναστασίου, όπ.π., σ. 330.

[38] Βλ. το κείμενο εν Ιωάννου Αναστασίου, Ανθολογία…, όπ.π., σ. 232-240.

[39] Ίδιο, σ. 240.

[40] Ας σημειωθεί ότι στην Γ΄ Οικουμενική δεν είχε αναγνωσθεί ο Όρος της Β΄ Οικουμενικής παρά μόνο εκείνος της Α΄ της Νίκαιας. Ουσιαστικά η Β΄ Οικουμενική του 381 αναγνωρίζεται ως τέτοια δια της συνόδου της Χαλκηδόνας. Βλ. Ιωάννου Καρμίρη, Τα δογματικά…, όπ. π., σ. 150.

[41] Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, «Η Δ΄ Οικουμενική…», όπ.π., σ. 455.

[42] Βλασίου Ιω. Φειδά, όπ.π., 644.

[43] Ιωάννου Αναστασίου, Ανθολογία…, όπ.π., σ. 241-242.

[44] Άλλωστε και η Ζ΄ Οικουμενική το 787 τον αποκάλεσε αιρετικό.

[45] Βλ. πληρέστερα Ιωάννου Αναστασίου, Ανθολογία…, όπ.π., σ. 242-244.

[46] Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, «Η Δ΄ Οικουμενική…», όπ.π., σ. 464 βλέπε και στη συνέχεια για τους προδρόμους του Όρου σ. 465-466.

[47] Βλ. Γεωργίου Μαρτζέλου, Γένεση και πηγές του Όρου της Χαλκηδόνας, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1986.

[48] Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, «Ο Άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος», εν Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός, Μελετήματα δογματική θεολογίας Β΄, εκδ, Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 105.

[49] Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, «Η συμβολή του Βασιλείου Σελευκείας στη διαμόρφωση του Χριστολογικού Δόγματος», εν Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός, Μελετήματα δογματική θεολογίας Α΄, εκδ, Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 217.

[50] Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν θα πει αναφορικά με τον Όρο: «L’Horos de Chalcédoine met un terme à l’opposition dialectique entre Antioche et Alexandrie. Après la “thèse” et l’“antithèse” vient cette synthèse…», Alexandre Schmemann, Le chemin historique de l’orthodoxie, YMCA-PRESS, Paris 1995, σ. 160.

[51] Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, «Η Δ΄ Οικουμενική…», όπ.π., σ. 451.

[52] Βλ. σχετικά με το κανονικό έργο της Συνόδου Μαξίμου Σάρδεων, Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 133 και εξής.

[53] Βλ. σχετικά Ίδιο, σ. 211-243.

[54] Roland Minnerath, Histoire des conciles, Presses universitaires de France, Paris 1996, σ. 21 και Pierre-Th. Camelot & Pierre Maraval, Les conciles œcuméniques, τόμος Ι, éd. Desclée, Paris 1998, σ. 45-46.

[55] Βλ. κεφάλαιο «The council of 381 and the primacy of Constantinople» εν John Meyendrorff, Catholicity and the Church, St. Vladimir’s Seminary Press, New York 1983, σ. 121.

[56] Ο Κανόνας επικυρώθηκε από τον 36/Πενθέκτης.

[57] Γρηγορίου Παπαθωμά (Αρχιμανδρίτου), «Οι διάφορες κανονικές ιδιότητες άσκησης της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως», εν Ιδίου, Κανονικά Άμορφα, εκδ. Επέκταση, 2006, σ. 198.

[58] ΘΗΕ, τόμος 5, Αθήναι 1964, στήλη 1112. Βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής, τόμος Β΄, Αθήνησι 1868, σ. 256-257.